Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

[68] Αγαθοκλής Αζέλης: Νύχτες στο θρυμματισμένο ενυδρείο (Μεταίχμιο, 2008)


SCHÄLEN


Απολεπίζονται οι λέξεις σαν το χιόνι
Και ξεπροβάλλουν από κάτω πάλι λέξεις
Φθίνει το κρεμμύδι στο ξεφλούδισμα
Όμως πυρήνας πουθενά
Μόνο σωρός τα τσόφλια ένα γύρο
Στο χέρι σπαρταράει το κενό


* * *


ΕΛΠΙΔΑ


Πολύχρωμο παραισθησιογόνο φάσμα
Διείσδυσε σε κάθε κυψελίδα του νου
Σκάβοντας καταφύγια στο έδαφος
Μετά κατηφόρισε στο πηγάδι
Γράφοντας συνθήματα στα τοιχώματα
Με χρώματα εκτυφλωτικά
Ξορκίζοντας κάθε επερχόμενη πτώση


* * *


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΙΙ


Κάθε λέξη
Μικραίνει το λατομείο μου
Κι ανυψώνει το δικό σου
Βάθρο


* * *


ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΙΙ


Αναγιγώσκοντας τ’ αποτυπώματα
Των βλεμμάτων σου στον άδειο χώρο
Αναδύεται μια προσωπογραφία
Από φλογερά πίξελ
Με ανδρικά χείλη προσηλωμένα
Γυναικεία μαλλιά παρηγορητικά
Παιδικά μάτια άχρονα
Όταν δεν την κοιτάζω
Βγάζω τη μυρωδιά καμένης οξιάς
Καθώς φλέγομαι, η κορνίζα


* * *


ΑΠΟΥΣΙΑ


Ντύθηκε την πιο ταπεινή πένα του
Επιθυμώντας να κραυγάσει
Φοβισμένος από την ασυμφωνία των ρολογιών
Το χρονόμετρο μετράει ανάποδα
Δεν θα προφτάσει να συλλαβίσει
Τ’ όνομά της
Μείγμα δωρικής άρνησης
Και λαϊκού επιφωνήματος
Το μελάνι στεγνώνει γρήγορα
Σαν τη σκέψη του
Που μετεωρίζεται πριν ντυθεί με λέξεις
Ένα κομπολόι από στεγνές παύσεις
Όσα ήθελε να πει
Ίσως εξισορροπούν το κενό
Που φέρνει το χρονόμετρο
Πλησιάζοντας το μηδέν
Θλίβεται στο φόβο
Του μόνου απόηχου
Της βοής της επερχόμενης απουσίας

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

[67] Κρίστης Χριστοφόρου: Το μετά - τίποτα (Αιγαίον, 2007)


ΜΕΤΑ - ΤΙΠΟΤΑ


Όλα γράφτηκαν πια.
Κι εγώ αγορασμένο εισιτήριο διαρκείας.
Στριμωγμένος σ’ αγκυλωτές αρένες
μ’ αργυραμοιβούς και κριτές
και μυρωδάτους σημαιοστόλιστους
μιας γενιάς αιχμαλώτων.
Η όψη της σελήνης αποκρουστική απόψε.
Δακρύζουν σεντόνια.
Βγήκα απ’ το καταφύγιο.
Ο βηματισμός μου καραβίσια διαλεκτική.
Με γνωρίζει η νυχτιά, την μισώ ερωτευμένα.
Σκυθρωποί διαβαίνουν με ολόκληρες ζωές στα δισάκια τους.
Τους κοιτώ, αφουγκράζομαι το βρόγχο τους
μυρίζω τ’ αυτιά τους, αφουγκράζομαι τα γενετήσια όργανά τους,
κοντοστέκω στη θλίψη τους,
αντιγράφω τη μοναδική ασημαντότητά τους πολλαπλάσια,
κεντώ υπερβατικές λεξούλες στη θωριά τους,
μη λεκτικό το βάδισμά τους.
Τράγος αποδιοπομπαίος.
Κρίσιμο κομμάτι ματαιοδοξίας.
Η αυτογνωσία σε μακρινό μονοπάτι.
Πατάω τα βήματά μου.
Εγώ δεν είμαι ο Άμλετ,
βρίσκοντας τρόπους για να γράψεις
φτιάχνοντας συνταγές ν’ ανασάνεις.

Ξανά βρωμούσες σας κάναμε στιχάκια.
 

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

[66] Τηλέμαχος Χυτήρης: Τόποι νέοι (Νεφέλη, 1983)


www.biblionet.gr
ΙΣΤΟΡΙΑ


Οι προβολείς
χτυπούσαν αλύπητα το ακροατήριο.
Η εποχή δεν αμφέβαλλε·
τα λόγια της έβγαιναν ψυχρά
μέσα απ’ το φανταχτερό κασκόλ
που την έπνιξε.


* * *


ΦΕΥΓΟΥΝ


Ήσυχοι στην όψη
Θεαματικοί στην όραση
Φεύγουν
Άδωρον το κενό
Αιφνιδίως όμως
Χρώματα
Χρώματα πολλά της μνήμης
Κι απόκρυφοι ιριδισμοί της μοναξιάς.


* * *


ΟΔΥΣΣΕΙΑ


Δεμένος τρυφερός αλλιώτικος
Δεμένος στο κατάρτι μου·
Τόσα νερά στο δωμάτιό μου!

Ας έρθουν οι σύντροφοι
Ας έρθουν οι σειρήνες
Ας έρθει –έστω– ένας υδραυλικός.


* * *


ΕΞΟΔΟΣ


Τα κελιά της νύχτας
κλείνουν τις φωνές
χωρίς απόκριση.
Προς το ξημέρωμα
επιχειρείται απεγνωσμένη έξοδος με
σπάνια λόγια.

Οι φρουροί
πυροβολούν στο ψαχνό
διατηρώντας την τάξη.
 

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

[65] Αλέξης Σταμάτης: Πυκνό τώρα (Ελληνικά Γράμματα, 1999)


www.biblionet.gr
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΣΚΙΑΣΜΕΝΟ ΑΛΛΟΤΕ


Δεν λογίζεται αυτό σα σφάλμα
εκείνο που άλλοτε φτερουγίζει σαν γλυκιά ψευδαίσθηση
κι άλλοτε φοβισμένο αποσύρεται

Δεν λογίζεται σα σφάλμα
το μαύρο που σφραγίζει τους αρμούς σου
αυτό το μια στάλα τελειωμένο ψεύδος

Σε σένα, ξανακερδισμένο μου τώρα
δεν λογίζεται σα σφάλμα
να ταλαντεύεται εντός σου
της διπλής αλήθειας το εκκρεμές μυστικό

το μικρό σκιασμένο άλλοτε


* * *


ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ


Όλα αυτά είναι γραμμένα στην επιφάνεια
το ξέρω πως είναι εφήμερα
όπως ένα σκούρο χαρτί που το κολλάς στο τζάμι
μη μπει το φως της αυγής
και διακόψει τον ελευθερωτή ύπνο

Όπως ξέρω κι ότι ο στίχος
δεν είναι παρά μια σημαδούρα
το ποίημα ένα βαρίδι
η ουσία της ψαριάς
αθέατη πιο κάτω στο βυθό

Το δόλωμα ήταν πάντα
εκείνο που ’κανε όλη τη δουλειά
κι επιτρέπει ακόμα να κυλάει το ποτάμι
ανθρώπου θέλοντος
και Θεού επιτρέποντος

Όλα αυτά είναι γραμμένα στην επιφάνεια
δεν ξέρω τι είναι ή ποιανού είναι
μηχανικά παρασκευάζω τα αντίδοτα του παρόντος
από τις πρώτες ύλες που μου δόθηκαν

Ευτυχώς όμως ο ήλιος βγαίνει ακόμα
όπως τον έβλεπε ο Ηράκλειτος
κι όλα είναι πιθανά
ως κι η αποσιωπημένη
– ποιητική αδεία –
πυκνή απάτη του σήμερα
 

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

[64] Χάρης Ψαρράς: Σπίρτα χειρός (Πλανόδιον, 2002)


www.kedros.gr
ΤΕΝΙΣ


Παλατινή μου φύση
είσαι
καρούμπαλο ραφής
μην απορείς
η δύση δεν εξευτελίζεται
παίζοντας τένις
ερωτωμένη μένεις
μα της ρακέτας
την ταχεία ανταπόκριση
ο ουρανός δεν έχει
σύστημα, βρέχει
αυτό που λέμε τούμπαλιν
είναι λυκόφως ποιητικό
ριξιά της αντισφαίρισης εκεί και ’δώ
μπούμερανγκ που ανασαίνεις
δεν παίζει όμως ο ορίζοντας τένις
κι ας είναι ο ήλιος
μπαλάκι σε εγρήγορση.


* * *


ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ


Διστακτικό με τις χορδές
του λείπει κι ο αέρας
ούτε πνευστό ούτ’ έγχορδο
το ταμπούρλο μιλά με το δέρμα του.
Θέλει ξύλο και θέλει σκληρά
να του φέρονται όσοι τυμπανιστές μικροί
κοντά του μαθαίνουν το ρυθμό και το χτύπο.
Τους κατευθύνει το ταμπούρλο με τους κρότους του
τα χέρια πάνω κάτω φανερά, φερέφωνα
το άκαμπτο κρουστό τα οδηγεί.
Έτσι σκληραίνουν τα παιδιά
δρόμο το δρόμο σε παρέλαση
η πρώτη εξατμίστηκε ηλικία
κι έχει η καρδιά τους πειθαρχήσει
σαν τη μεμβράνη του ταμπούρλου
και πώς σκλήρυνε, πώς έπαυσε, πώς έχασε σιγά
τη φιλική, παλιά της αρρυθμία.
 

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

[63] Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου: Το δέντρο στο σπίτι (Αρμίδα, 2008)


www.pen-international.org
ΑΛΩΘΗΚΑΜΕ


Ένας δούρειος ίππος
περιμένει έξω απ’ την πόρτα.
Τον γνωρίζουμε καλά
από τα αναγνώσματά μας
της επικής εποχής.
Κοιτάζουμε καιρό
απ’ την κλειδαρότρυπα
επιφυλακτικοί.
Δεν του ανοίγουμε.
Αλλά ξαφνικά
εμείς βρισκόμαστε έξω
κι αυτός μέσα,
χωρίς αίματα και φωνές.
Αλωθήκαμε
γιατί δεν είχαμε ολική θέα.
Η κλειδαρότρυπα μάς ξεγέλασε.

                                        8.4.2007


* * *


ΤΟ ΛΑΘΟΣ


Το σπίτι μας τώρα
έγινε καθρέφτης,
όχι στιλπνός και προοπτικός.
Ένας καθρέφτης
που διαστρέφει
τις γραμμές και τις μορφές.
Κατάστικτες τις καρφώνει
με μαύρα σημάδια,
ξεφτίδια σκουριάς.

Ο καθρέφτης αφηγείται το λάθος.

                                         28.4.2007


* * *


ΕΚΜΗΔΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΕΝΟ


Βάφω και ξαναβάφω τους τοίχους.
Δεν υπάρχει σπιθαμή
χωρίς ζωγραφιά.
Αφίσες, νωπογραφίες, φωτογραφίες
συνωστίζονται να πληρώσουν
το κενό της απόστασης.

Εισπράττω την ελευθερία του χώρου.

                                                28.4.2007

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

[62] Γιώργος Χρονάς: Τα μαύρα τακούνια (Εγνατία, 1979)


www.facebook.com
[από την ενότητα «ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΑΚΟΥΝΙΑ»]


Τώρα πέθανα πια. Ησυχάστε.
Το σώμα μου λιώνει πολύ πιο κάτω
από υπόγεια σινεμά και ταβέρνες.
Μόνο να, ο υπόγειος σιδηρόδρομος
      χείμαρρος
τον ύπνο μου ταράζει.


*


Κάνε γρήγορα ξένε· μην αργείς. Βιάσου
Μήτε το σώμα σου να περάσει στον καθρέφτη
Μήτε μέσα στα μάτια μου το σχήμα σου να αποτυπωθεί
Ώστε όταν θάχεις φύγει πια μακριά, κλείνοντας πίσω σου την
      πόρτα
Τίποτα και κανένας να μη με δείχνει
πως και συ πέρασες από δω κι έπειτα χάθηκες
Πέθανες.


* * *


[από την ενότητα «ΤΟ ΜΠΑΡ J.S. BACH»]


Αργά το Σάββατο παρατηρώ το θάνατο
όπως αποτυπώνεται στα παλιά πράγματα, στα ξύλινα
ταβάνια, στα πρόστυχα κρεββάτια, στα βαμμένα με κίτρινη
ώχρα ξύλινα πατώματα. Η σκιά του πόλεις στο Μεξικό, στη
Χαιρώνεια, στο Μπάγκλα Ντες· στα σοκάκια τους πουλάνε
ζεστή λάσπη και φωτογραφίες από την στέψη του αυτοκρά-
      τορα.


*


ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΨΑΡΙ


Εδώ θα μείνω, είπε το μικρό ψάρι
Με τόνα μάτι μου να χαϊδεύει τις καρίνες των πλοίων
       και τ’ άλλο να μετράει την απόσταση
Το βυθό.
Το στόμα μου θ’ ανοιγοκλείνω όπως πίσω από τις γυάλες
      τα κεντρικά ζαχαροπλαστεία
Άναρθρες κραυγές δε θα βάλω
Θα κοιμηθώ για πάντα το ρεύμα να με πάρει
για να ξυπνήσω κάποτε
Πυράγχη
σ’ ένα μαύρο στερεό υγρό κατράμι ή λάδι
Επαρχιακό λιμάνι.
Το σώμα μου μπλε ναυτικοί
Μπρούτζινοι καπετάνιοι
Μαύρα κουζίνας σκεύη θα κηδέψουν
Γκαρσόνια την ύπαρξή μου θ’ αναφέρουν
Παιδιά θα παίζουν κάτω από τραπέζια, πάνω σε επιφάνειες
      κοντραπλακέ
Ανίδεοι θα ρίχνουνε νομίσματα στα τζουκ-μποξ
      στους τηλεφωνικούς θαλάμους ώρες
Οι σύζυγοι θ’ αγαπούν τη γαλήνη
Πληρώνοντας το τοπίο με σαλάτες και τυρί
      θ’ αγαπούν τις γυναίκες

Τα τύμπανα που ταιριάζουν στην ταφή μου δε θ’ ακούσω.
 

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

[61] Δέσποινα Τομαζάνη: Εξ αιτίας του αινίγματος (Καστανιώτης, 2000)


www.biblionet.gr
                                          Του Tahar Ben Jelloun

Η συκιά με τα μεγάλα αυγουστιάτικα φύλλα
ακίνητη
μ’ ένα κλαδί της μονάχα να τρέμει.

                                                         Αθήνα 1980


* * *


Λέξεις απούσες
ποίημα ελεύθερο
αδιάβαστο αδιάβατο
από το παρόν.


* * *


Πέφτει η νύχτα
τέλειωσε ο καφές
στο φλιτζάνι

βραδιάζει με αστέρια
σύννεφα και αέρα
πάνω από τα σπίτια μας
και δεν είμαστε μέσα
ν’ ανάψομε το φως.


* * *


ΑΚΤΙΝΙΔΙΟΝ


Λευκή σκιά χαραγμένη ο άνθρωπος
στο πράσινο σύμπαν του φρούτου

ξέρουν και ζωγραφίζουν οι καρποί τον δήμιό τους
τον δήμιο
ή τον δημιουργό τους
τομές κάθετες μέσα τον φέρουν
κι όσο το μαχαίρι κόβει
τόσο η μορφή μεγαλώνει
λευκή σφραγίδα εκλεγμένου τάφου
διανθισμένη με αχτίνες χυμών ζωοφόρων
σπαρμένοι εδώ κι εκεί οι μαύροι σπόροι
κόσμημα φτιάχνουν τροπαιοφόρον
αποτύπωμα της πράξης πάνω στην αλήθεια
που το νόημα φέρει
και να ο Λόγος
ο χυμός του φρούτου ασυγκράτητος ρέει
εύγευστος εύληπτος ευώδης

σβήνει την ενοχή και την θυσία
δροσιά την νόηση υγραίνει
απόλαυση που θρέφει και λυτρώνει

η συνοχή του απείρου με κεντρώνει.
 

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

[60] Μίμης Σουλιώτης: Υγρά (Ερμής, 2000)


www.biblionet.gr
Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ


Σαν μια σκέψη στον γενικότερο χαμό της σκέψης
ή σαν ειρωνεία της μυθιστορίας,
ο ίππος τσούλησε μέσα στο άπαρτο κάστρο της Τροίας
στυφό κουκούτσι μέσα στο καΐσι,
ομίχλη σε αργό αέρα,
άλλο αντί για άλλο.
Απίστευτο να μη τους πήραν είδηση,
η κατασκευή τους δεν είταν άψογη
κι η απόκρυψη των κομμάντος όχι τέλεια —
έμπαζε από παντού
και κολλώντας το αφτί άκουγες τις πνιχτές ανάσες
και το βάρος των κορμιών στο κοίλο,
ή σύρσιμο πάνω στο ξύλο
αν και είχαν στρώσει την κοιλιά για ηχομόνωση,
χώρια ότι από τα τελειώματα έβγαινε μπόχα απλυσιάς.
Ένας Τρώας ή μια γυναίκα εκεί,
με μυαλό και όσφρηση, και με την έκτη αίσθηση της εποχής
θα το μυριζόταν ότι οι Αχαιοί είχαν κοντέψει
σ’ απόσταση αναπνοής.
Οι Τρώες, που εγώ τους έζησα στο δημοτικό
στ’ αριστερά θρανία, δεν ξεγελιούνταν.
Απλά δεν αντέχαν κι άλλη παράταση,
έπρεπε να τελειώνει αυτή η ιστορία
για να ξεκινήσει το επόμενο Έπος.


* * *


ΝΑ ΠΛΑΓΙΑΖΕΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ


Ο άνθρωπος πλάστηκε για να πλαγιάζει τη νύχτα
και να γλείφει τα όνειρα
ή ν’ ανοίγει το ψυγείο του και να χάσκει
κι αμέσως να το κλείνει απότομα
σαν μήνυμα αισιοδοξίας,
η ζωή είναι το αυστηρότερο πολίτευμα
με χαλαρή όμως βραδυνή ζώνη,
όταν σηκωνόμαστε ούριοι
με την ηδονούλα της άφεσης
στην ουροδόχο κύστη
που σπάει την πολιτισμική συμπίεση.
 

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

[59] Μάριος Ταραμίδης: Προς τα έξω (1995)


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ


Θαύμαζα πάντα τ’ ασήμι
τριγυρίζοντας μες στα μηνίγγια
το καλομαγείρευτο,
μ’ αγάπη χωμένο στ’ ασημόχαρτο,
φαγητό της μητρότητας.
Και το σέβας στους παλιούς,
με τα λιγοστά απ’ το χρόνο τιμωρημένα
ασημιά μαλλιά.
Και το θείο, το καλοθέλητο μυστήριο
τ’ ανθρώπου,
που πίνει κάθε Κυριακή το αίμα του Θεού του.

Θείο τ’ ασήμι
η πόρνη των λευκών χρωμάτων.

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

[58] Π. Σωτηρίου: Ωσάν ποιήματα (1989)

Π. Σωτηρίου: λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παναγιώτη Σ. Πίστα


www.translatum.gr
ΜΟΧΙΚΑΝΟΙ


Νεαροί καλοοπλισμένοι λευκοί
κυνηγούν στην πολιτεία
τους τελευταίους ιθαγενείς

Κι αυτοί παραδίδονται αμαχητί
ή αποσύρονται στα προάστια και ιδιωτεύουν
και στο τέλος ψηφίζουν λευκό


* * *


REQUIES


Οι νεκροί ζητούν να τους ξαναγαπήσουμε
να προφέρουμε πάντοτε το όνομά τους
να μεροληπτήσουμε κάποτε γι’ αυτούς

Οι νεκροί αποζητούν την ανακωχή τουλάχιστον των
      παθών μας
 

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

[57] Σπύρος Λ. Βρεττός: Τραγωδία (Καστανιώτης, 1995)


thebest.gr
Η ΝΟΣΟΚΟΜΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

                                                     Στη θεία Σοφία

Σε χαμηλό σπίτι έκρυβες τα κλειδιά,
τα κλείδωνες
κι ύστερα έχανες και τ’ άλλα,
κι έμεναν έτσι κλειστά τα δωμάτια,
το τηλέφωνο από μέσα έσπαγε τους τοίχους.

Κάποτε και δίχως απορία,
λες και το περίμενες
ή σα να το θυμόσουν πάντα,
έβρισκες επάνω σου κάποια κλειδιά
περασμένα στο σώμα σου σαν πιστόλι
– περίεργα πράγματα που συμβαίνουν επάνω σου,
στου σώματος το κλειδωμένο σου συρτάρι.

Και τέλος πάντων έλεγες
και ξυπνούσες κι εσύ
γιατί έβγαιν’ ο ήλιος·
μετράς όμως στα δάχτυλα τέτοια πρωινά,
γιατί συνήθως σ’ έτρωγε το σκοτάδι,
γιατί νοσοκόμα της νύχτας ήσουνα,
λες και τάχθηκες
για να ξορκίζεις το μαύρο.

Θάλαμοι μετά στη σειρά
όπου για πάντα μέσα τους
λευκό αερικό σεργιάνιζες
τους ματωμένους επιδέσμους,

αυτούς
που αργότερα έμελλε
να δέσουν και να περαστούν
στα άπειρα κλειδιά σου,

αυτούς
που ξέφτισαν
και σαν ουρές
από τα κλειδωμένα σου συρτάρια
περισσεύουν.


* * *


ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ


Εκεί όπου το σώμα σου έφυγε
–μια κουρασμένη ανάληψη
μέχρι τα κεραμίδια–
ίσκιος τώρα περίεργος
σα να ξεκολλούν σκοτάδια.

Βάζω τα χέρια μου
και κόβονται.
Πριόνια πάνε κι έρχονται
εκεί που άλλοτε το σώμα.
 

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

[56] Νάσος Βαγενάς: Πεδίον Άρεως (Γνώση, 1982 [2η έκδ.])


www.kapodistriako.uoa.gr
[από την ενότητα «ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ»]


Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ


Ήταν η ώρα σου να βγεις. Μα εσύ δε βγήκες.
Δεν ήρθες καν στο θέατρο. Κάθησες σπίτι
κοιτάζοντας τα δέντρα απ’ το παράθυρο. Ή γυρνώντας
βαριεστημένος στ’ άλλο πλευρό
πριν σε πάρει ο ύπνος.

Κι αυτοί να παρακολουθούν αμίλητοι.
Ν’ αναρωτιούνται τι συμβαίνει. Να κοιτάζονται
με απόγνωση για τα εμφανή κενά.
Για τις απρόβλεπτες σιωπές και παύσεις.


*


Η ΠΑΡΤΙΔΑ

                                       Στον Κώστα Στεργιόπουλο

Πώς να σε κερδίσω.
Με παίζεις όπως θέλεις. Και μου παίρνεις
έναν-έναν τους στρατιώτες. Μου κυκλώνεις
τους πύργους. Τ’ άλογά μου έχουν τρομάξει
και τριγυρνούν εδώ κι εκεί χαμένα.

Μα πώς να σε κερδίσω. Που ακόμα
κι αυτή η βασίλισσά μου ξεπορτίζει.
Και με προδίνει αδιάντροπα μέσα στα χόρτα
με τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς σου.


* * *


[από την ενότητα «ΠΕΔΙΟΝ ΑΡΕΩΣ»]


Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

                                   Στον Κίμωνα Φράιερ

Αυτό το ποίημα τρίζει.
Είναι ο νεκρός που έθαψα με τόσο κόπο.
Τα γένια του φυτρώνουν
μέσα απ’ τις λέξεις.
Τα νύχια του μεγαλώνουν
με κρότο.

Τη νύχτα με ξυπνά
βογγώντας.
Παλεύοντας να βγει
έξω απ’ το ποίημα.


*


 ΩΔΗ
(απόσπασμα)


Πατρίδα είναι το σκοτεινό κελί. Το ξεσοβαντισμένο.

Πατρίδα είναι ο ανάπηρος στη δημοσιά. Και το κομμένο
       πόδι στο μουσείο.
Ο θάνατος εισπράκτορας στο πρωινό λεωφορείο.
Ο κόρακας που ξέβαψε στην αντηλιά. Η καβαλίνα στο
       χορτάρι.
Η γριούλα στο σκουπιδοτενεκέ και το σκυλί στο μαξιλάρι.
Πατρίδα είναι τούτο το κορμί. Τα γόνατα που δεν προσμένουν.
Η εκκλησία με το σακάτη άγιο. Τα δέντρα με τους κρεμα-
       σμένους.
Τα ρημαγμένα πλήθη της ζωής. Τα ρημαγμένα πλήθη του
       θανάτου.
Ο ανδριάντας του Βελεστινλή και ο ανδριάντας του Μαυρο-
       κορδάτου.
 

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

[55] Μαρία Περατικού: Ταναφόρμια (2003)


www.biblionet.gr
ΚΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ


Θρηνώντας
την επιλογή της απαλλαγής
ταξίδεψα
Αποποιήθηκα του παρελθόντος
τους γκρίζους μανδύες
Μπόλιασα τα τετελεσμένα
νήστεψα τα νιόγεννα
κι αποφάσισα τ’ ανθεστήρια
Αποχαιρετισμός
Ελλείψει προσώπων
Ελλείψει ψυχών
Συγκλονιστική συνάντηση
ξενικής χειραψίας
απουσία φορτωμένη
Κενά γεγονότων
καθαίρεση αισθημάτων


* * *


ΑΚΟΥΣΤΑ...


Ανώνυμη απελπισία Γυναίκας
που απλώθει τους πόνους
σε παράφορη προδοσία
Πολυξένη Τρωάδα θυσιάζεται
στο θάνατο του Αχιλλέα αντίτιμο
Τρομαγμένη του πόθου Συνάντηση
ανακαλεί τις ανταλλαγμένες Σιωπές
υλικά αντοχής το μεταίχμιο
ανταλλάξιμου έρωτα
μετατρεπόμενου
σε εμπειρία ανακαινίζουσα
Αποκαλύπτουσα ανυπαρξία
προειδοποίηση Γλυτωμού
σαράκι αναπόλησης

Επιτρεπόμενη
η ερμηνεία στη μοίρα μας
 

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

[54] Νίκος Λάζαρης: Τα δέντρα τρέχουν βιαστικά (Ηριδανός, 1985)


www.tharrosnews.gr
ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ


όπως ένα υπόγειο που με την πρώτη βροχή
πλημμυρίζει νερά,
όπως το τσαλακωμένο πουκάμισο
ενός μοναχικού άντρα που τραυλίζει
μπροστά στην ομορφιά,
όπως το φως του γραφείου τελετών,
όπως το εσώρουχο γερασμένης γυναίκας
που το πήρε ο άνεμος από την ταράτσα
και το κρέμασε στα κλαδιά της αμυγδαλιάς,
όπως οι προτομές που αλλάζουν αθόρυβα
θέση στο πάρκο,
όπως το πλοίο των ψυχών σκοτεινό
διασχίζοντας τα νερά,
όπως τ’ αόρατα χέρια
που ανεβάζουν τις Ακροπόλεις στον ουρανό,
όπως οι μορφές αυτών των ανθρώπων
ακίνητες και παγωμένες
στο παράθυρο ενός – φανταστικού – οχήματος
που έχει χάσει τον προορισμό του από καιρό.


* * *


ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΤΡΕΧΟΥΝ ΒΙΑΣΤΙΚΑ


Ένας άντρας τώρα είναι μαχαίρι
είναι καρφί, είναι κοντάρι
μια γυναίκα γυμνή είναι λίμνη,
είναι λειμώνας, είναι ουρανός
ένα παιδί χωρίς ομπρέλλα στη βροχή
είναι τρένο και στις ράγες του χρόνου
ταξιδεύει.
       Ξημερώνει.
Τα δέντρα στην πλατεία
τρέχουν όλα βιαστικά.
Και ακούω μέσα απ’ τους αιώνες
άλλη μια φορά να πλησιάζουν
των νικημένων τα βήματα.


* * *


ΣΩΜΑΤΙΚΑ


          1

Πίσω από ένα σωρό
σπασμένα μπουκάλια,
έκπληκτο το σώμα σου.
Με όλα τα παράθυρά του
ανοιχτά,
χωρίς λόγο φωταγωγημένα.


          2

Μπαίνω στο σώμα σου
και βγαίνω
στον ανθισμένο σου
ουρανό.


          3

Μες στων περαστικών
τα σώματα,
πολλοί νεκροί
από καιρό πεθαμένοι.


* * *


ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ
ΣΑΝ ΕΝΑΣ ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΚΛΕΙΣΤΟΣ


Από μελλοντικές συμφορές
μου γνέφουν
τα τρομαγμένα μάτια
ενός παιδιού.
 

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

[53] Τίτος Πατρίκιος: Η αντίσταση των γεγονότων (Κέδρος, 2001)


www.biblionet.gr
Η ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ


Όταν χαμηλώνει τα μάτια
γερνάει κατά δέκα χρόνια.
Το σαγόνι εξαφανίζεται
τα μάγουλα κρέμονται άδεια
το μέτωπο φαρδαίνει όπως μάσκας
τα μαλλιά δείχνουν αραιά
τα φρύδια ενισχυμένα με κραγιόνι.
Όταν σηκώνει τα μάτια
κερδίζει αμέσως εννέα χρόνια
όλα φωτίζονται με φως
μιας επιστρέφουσας νεότητας
κάθε ατέλεια σβήνει.
Ανάμεσα σε δύο κινήσεις των ματιών
έχει χαθεί ένας χρόνος.


* * *


ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

                                                    Στον Νίκο Παπαδόπουλο

Μένουν θαμμένα τόσα απ’ αυτά που ζήσαμε
κι απ’ τα βαριά κι από τ’ ασήμαντα.
Η μνήμη σαν να καταπιάνεται
με χωματουργικές εργασίες
στα πεζοδρόμια αυτής της πόλης.
Αρχίζει κάθε λίγο καινούργιες εκσκαφές
και καταλήγει σ’ επιχωματώσεις.


* * *


Η ΔΙΑΔΟΧΗ


Η νύχτα που φεύγει
ίσως αφήνει πίσω της
πιο ασπρόμαυρη τη μέρα.
Η μέρα που ζυγώνει
μπορεί και να δείξει ασημιές
κάποιες πτυχές της νύχτας.
Βέβαια είναι γνωστά όλα αυτά
μα τι μεγάλη απόλαυση
πάλι ν’ ανακαλύπτεις
τη νύχτα και τη μέρα
ακριβοδίκαια μοιρασμένες
να βάζουν χωρίσματα στη ζωή μας
να σκοτεινιάζουν κι άλλο τα περάσματα
να τα φωτίζουν ξαφνικά.
Πέρα από τους στημένους φωτισμούς
πέρα από τα τεχνητά σκοτάδια
αφήνομαι να ξεχαστώ
μες στην αθόρυβη διαδοχή τους.
 

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

[52] Γιάννης Σκληβανιώτης: Μια φέτα φεγγάρι (Καστανιώτης, 1995)


www.kastaniotis.com
Η ΟΦΕΙΛΗ


Κατά την αποχώρηση οι θεατές
συναποκόμισαν τις προσωπίδες και τους κοθόρνους
Ήσαν ειπώθηκε δυσαρεστημένοι
απ’ τις αργές κινήσεις του ποδιού

που χάραζε στο χώμα
της οφειλής τους κύκλους

Αν και όλα σκηνοθετημένα
κρατώ ένα ζευγάρι κάλτσες
για μια αξιοπρεπή έξοδο απ’ την ορχήστρα.


* * *


ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ


Μες στην πρωινή βροχή
ρυθμικός κι αξεδιάλυτος ψίθυρος κλειστών σπιτιών
σου έδειξα
στο πάρκο που προσπερνούσαμε
τη μοναξιά των δέντρων

Πέρ’ από τα βρεγμένα φύλλα της καστανιάς
λαξεμένος λίθος μόνος

άφηνε να τρέχουν οι σταγόνες της βροχής
αδιάκριτες στο πρόσωπό του.
 

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

[51] Κώστας Ρεούσης: Ναρικατέ, μια γυναίκα που δεν υπήρξε (Φαρφουλάς, 2013)


www.palo.gr
[αποσπάσματα]


Κάθε φορά στο όνομά της
Μία άγρια τρυφερότητα ανεβαίνει και πολιορκεί
Την κατεστραμμένη οδοντοστοιχία
Δονούνται τα γράμματα κι οι λέξεις πολεμούνται
Όλα συνθλίβονται στους ποταμούς της ρέουσας λάβας
Η έκρηξη ενός αβυσσαλέου ηφαιστειογενούς
Θαλασσινού ασπασμού και η ανάδυση
Ενός απεγνωσμένου άναρχα
Κρατήρα


*


Η βραδυπορούσα κίνηση
Ο ρυθμός της αφέλειας
Το ασίγαστο πάθος


*


Τον κέντριζε
Στις μεταβάσεις
Να σκοτώνει
Το χρόνο που απέδιδε
Στις αποστάσεις που διένυε


*


Μεσημεριανή παρουσία
Ύμνος στον εναγκαλισμό της πυράς
Όταν επιστρέφοντας την αναχώρηση ο κάτοικος
Βαδίζει αγέρωχα ηττημένος
Την εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας
Του σκοτωμένου αίματος

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

[50] Αναστάσης Βιστωνίτης: Έδαφος (Νέα Πορεία, 1981)


www.biblionet.gr
ΑΣΚΗΣΗ


Αυτή την ώρα είμαι ένα πρόσωπο βουβό
κι ας υποκρίνομαι τον ομιλούντα.
Παίζω με το χρόνο, τον ιδιωτικό μου θάνατο.

Ασυγκίνητοι όλοι, οικοδομώντας
θεωρίες συγκινήσεων, μικρά θλιβερά φαντάσματα.

Υπάρχουν οι λέξεις που μας ορίζουν.
Προτιμώ να παίζω με τις λέξεις —
καμιά φορά σε κάνουν να ξεχνάς το αίμα.

Αφαιρώντας το περίγραμμα του εαυτού σου
τι μένει; Καταφθάνουν οι ειδήμονες.
Αόριστα εικάζεται η αλήθεια.
Αντιτάσσεις σφραγισμένα χείλη στον εμπαιγμό.
Ασκητεύεις μέσα σ’ ένα θηριώδη κόσμο.


* * *


ΜΕΤΑΦΟΡΑ


Ξαναβλέπω μετά από χρόνια τ’ αστέρια.

Νύχτα ασέληνη, μητέρα των τεράτων,
ουρανός γεμάτος στροβίλους,
ηλεκτρικά ποτάμια, κοιλάδες,
ίσκιοι του πυρετού κι ορύγματα
στην πίσω μεριά του κρανίου·
έρχονται άσπρες εικόνες
—το αραιό χρώμα των ψευδαισθήσεων.

Καλοκαίρι γεμάτο μούχλα και τσιγάρα
και μόνο σκουπίδια εδώ και πενήντα χρόνια.

Η φωνή σου, η αναπνοή σου, λεπτή
γραμμή της αράχνης κι η ψυχή σου
έντομο κρεμασμένο στο κενό.

Μέσα μου τρέμει μια γριά φαντασία.
 

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

[49] Γιώργος Ξ. Στογιαννίδης: Η απειλή (Σκαπτή Ύλη, 1974)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ»]


ΤΑ ΘΡΥΨΑΛΑ


Με μια αδέξια κίνηση
έσπασα τον καθρέφτη που ξυριζόμουν
γεμίζοντας το κορμί μου μικρά μικρά
γυάλινα θρύψαλα.
Δεν είμαι πια μόνος, καθρεφτισμένος σ’ άπειρα μόρια
χαίρομαι τ’ οδυνηρό μου κομμάτιασμα.
Όμως πόσο θ’ αντέξω;
Κάποτε, θαρρώ πως με παρακολουθούν
τα διαμελισμένα μου μέλη
κι αυτό με τρομάζει.
Μου θυμίζει εκείνους με τα μαύρα γυαλιά
που ελέγχουν την κάθε σου κίνηση.

Όχι, προτιμώ τον ακέραιο εαυτό μου.
  

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

[48] Κώστας Στεργιόπουλος: Αλλαγή φωτισμού (Κέδρος, 1984)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «ΑΝΑΒΟΣΒΗΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΦΩΣ»]


12


Διάλεξα το κορίτσι με το σημάδι στο πρόσωπο,
προσπερνώντας όλες τις άλλες μ’ ένα βλέμμα.
Μάτια πονηρά και σώματα για την ηδονή.
Αλλά την προσοχή μου τράβηξε το κορίτσι με
το σημάδι στο πρόσωπο.
Ήταν μια τεντωμένη χορδή, πλάσμα εύθραυστο,
σα να την κρατούσες γυμνή μες στο μυαλό σου.
Τα χέρια της φτερούγες πουλιών σπαθάτων,
για να σκίζουν λαβωμένες τον αέρα,
και τη στιγμή του έρωτα είχε μια φωνή
στο πρόσωπο κι αυτή σημαδεμένη.


* * *


[από την ενότητα «Η ΓΡΙΑ ΠΟΛΗ»]


ΣΑΝ ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΡΟΤΟΜΕΣ


Δεν ξέρω πια πού θα ’πρεπε να φύγω. Η γριά πόλη
τόσο πολύ που κατοικήθηκε έγινε ακατοίκητη.
Πώς να μιλήσεις σε μια υδροκέφαλη πολιτεία;
Κι ο πεθαμένος φίλος, που ήθελε να πάει να κατοικήσει
          απάνω στη θάλασσα,
δεν ήξερε πως μια μέρα στις θάλασσες θα ψοφούν και τα
          ψάρια.

Κουράστηκες· τι να σου κάνω πια;
Έχεις δαγκώσει βαθιά το μήλο της γνώσης.
Τι να σου κάνω, κουράστηκα· δε σε υποφέρω πια.
Όλο και πιο βαθιά δαγκώνεις το μήλο της γνώσης.

Να ξαναβγαίνω δροσερός (για πόσο;)
εδώ που φλέγεται το τσιμέντο.
Τι να μιλήσεις και τι να πεις σε μια υδροκέφαλη πολι-
          τεία που παραφρόνησε;
Απορώ πώς ακόμα στέκουν στις άκρες των δρόμων
αυτά τα δυστυχισμένα δέντρα.

Δεν ξέρω πια πού θα ’πρεπε να πάω,
τώρα που αρχίσαν να στερεύουν τα δροσερά
          πηγάδια της μοναξιάς.

Γι’ αυτό και εγκαρτερώντας μένω εδώ·
σαν κάποιες προτομές, μισοκρυμμένες
στων πάρκων τις απόμερες γωνιές,
αναζητώντας τη βασίλισσα λέξη,
ώσπου να με σκεπάσει η αιθάλη.

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

[47] Λεωνίδας Γαλάζης: Λοκριγκάνα (Γαβριηλίδης, 2010)



www.biblionet.gr
ΕΓΚΑΡΤΕΡΗΣΗ


Λωρίδες ύπνου στα κλαδιά των νευρώνων
φωνές από τα βάθη των σπηλαίων
της ύπουλης ελπίδας υποσχέσεις.

Ζοφερές εξατμίσεις της λογικής
στις πολυσύχναστες παροικίες του εγκεφάλου
τριγμοί στα έγκατα της εντεταλμένης εγκαρτερήσεως.

Λαμπάδες και τάματα
υποκλοπές
ισολογισμοί
παραισθήσεις.

Νωπές ουλές
σκοτάδι του μυαλού
λωρίδες άγκυρες ανέλπιστες
στο σαπιοκάραβο των υποδίκων.


* * *


ΥΠΟΓΕΙΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ


Θαμμένος βαθιά
κάτω από τόνους ανοχής
χωρίς τις νενομισμένες τιμές
και τους μακροσκελείς επικηδείους
χωρίς τους θρήνους
των πληρωμένων γυναικών.

Καρφωμένος πάνω στα πετρώματα
των υπογείων στρωμάτων
αναδεύοντας τα χώματα
νεκρός γι’ αυτούς
μα για τον θάνατο μπελάς
για τα καρφιά βραχνάς
γυρίζοντας σαν σβούρα μες στον τάφο σου
ξυπνώντας κάθε τόσο τους συγκάτοικους
που ξέχασαν για πάντα τα ρολόγια
και τις κορδέλες της ζωής.

Θαμμένος αναδεύοντας καρφιά
δεμένος στο κατάρτι των στιγμών που δεν παρέρχονται
για τα ρολόγια τίποτα
μόνο φωνές από τα βάθη κι απειλές
των πάσης φύσεως εκτελεστικών οργάνων
γραναζιών, εξαρτημάτων, υποστυλωμάτων
και συναφών αναλώσιμων υποσυστημάτων.


* * *


ΑΠΟΜΙΜΗΣΙΣ


                   Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά...

                                                                     Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

Τα δέντρα επιμένουν πως υπάρχουν
το ίδιο τα βουνά καθώς και η θάλασσα
μόνο που δεν με συγκινούν
παρά τις εκκλήσεις τους να λογικευτώ,
να τύχω μιας οικολογικής θεραπείας.

Βέβαια κι εγώ διατείνομαι πως αυτά δεν υπάρχουν
πως είναι φρικτές απομιμήσεις των ιδεών.
Έτσι, λοιπόν, η ποίησις
περιορίζεται σε μίμηση δεύτερου βαθμού
σε ένα σπίτι με πολλαπλούς καθρέφτες
όπου τα όρια του όντος και της εικόνας του καταργούνται.

Επομένως, είτε θάλλουν είτε μαραίνονται τα δέντρα
είτε τα βουνά παρεκτρέπονται
κι η θάλασσα ξεβράζει
τα κουφάρια των νενομισμένων ισολογισμών,
οι καθρέφτες πάντοτε θ’ απεικονίζουν κατά το δοκούν
τις επινεύσεις της στιγμής
τις απελπιστικά πανομοιότυπες
σταγόνες της βροχής
τις φευγαλέες αστραπές
που τέμνουν τα φαινόμενα
ή καρφώνουν πισώπλατα
τους αμετανόητους γραφείς, τους λογιστές
και του πολλά υποσχόμενους
διοικητικούς υπαλλήλους.


* * *


ΛΕΥΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ


Πώς σας διέφυγαν τα παροράματα
στις λευκές σελίδες;
Σας ξεγέλασαν φαίνεται
με την προσποιητή τους αγνότητα
την τρυφερότητα της ανέγγιχτης σάρκας.

Το τι δεν έγραψες ως όφειλες
το τι δεν έπραξες ή είπες εν καιρώ
οι αιτιάσεις, οι προφάσεις
οι στυγνοί λογαριασμοί
ο φόβος των Ιουδαίων
ο νυσταγμός της ψυχής
τα δάκρυα των κροκοδείλων

αυτά κι αν σε εκθέτουν
αυτά κι αν σου προσάπτονται
στις μαρτυρικές καταθέσεις
ως άκρως επικίνδυνα
αλλά σπανίως ανιχνεύσιμα
παρά τις φιλότιμες παρεμβάσεις
των ειδικών σωμάτων ασφαλείας
των εμβριθών διορθωτών και φιλολόγων
ανακριτών και μικροβιολόγων.
 

Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

[46] Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: Ο θρίαμβος της σταθερής απώλειας (Κέδρος, 1978)


tinoslitfestival.tumblr.com
Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΗΣ ΣΤΑΘΕΡΗΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ

                                             Στον Αντώνη Φωστιέρη

Δεν θα ’μαστε ποτέ
αυτό που είμαστε στιγμιαία
αλλ’ είναι θρίαμβος
αυτή η σταθερή απώλεια.
Σώζεται μόνο
η σιωπή του φύλλου
σκουραίνει το σώμα
μαζί με τη μέρα
ως της νύχτας την απρόσμενη
λάμψη του μαύρου.
Θραύσματα ζωής
αντικαταστούν τα χρώματα
στις μικρές απεικονίσεις
του ονείρου,
αμυχές
τις σκιές φωτός
στο προσωρινό δέρμα.
Τυφλή στο τόσο μαύρο
ζήταγα θεό
και μου ’διναν ένα μονάχα
δάχτυλο για να τριφτώ·
θριαμβεύω τώρα
στα πιο κρυφά μέρη
που συλλαμβάνεται
η ιδέα: εδώ
μαθαίνω επιτέλους
πως θα φύγω πρώτη.


* * *


ΣΥΝΤΟΜΑ ΚΑΙ ΠΙΚΡΑ

[απόσπασμα]


1

Εξαντλούνται όλα τα πειράματα,
δεν υπάρχει τίποτα
ν’ αντικαταστήσει το φως
τίποτα ν’ αποτρέψει το σκοτάδι.
Ο δρόμος είναι ένας
και φέρνει σε κάτι μεγάλο και υγρό:
μυρίζει ψαρίλα
κι όταν χώσεις τα δάχτυλά σου
βρίσκεις το πηχτό σώμα τ’ ουρανού.

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

[45] Σπύρος Τσακνιάς: Ορατότης μηδέν (Στιγμή, 1992)


www.biblionet.gr
ΞΗΜΕΡΩΜΑ


Θαμποχαράζει όταν κλείνω το βιβλίο
με τόσα αινίγματα στο μυαλό
πώς θα κοιμηθώ
βλέπω
χέρια να χτυπούν πλήκτρα
μα δεν ακούω μουσική
ακούω πυροβολισμούς
αλλά δε βλέπω δολοφόνους
όμως το σπίτι
γέμισε σκοτωμένους
ο κήπος γέμισε φαντάσματα
κάθονται κάτω απ’ την κληματαριά
κάτω απ’ τα πλατιά μαύρα καπέλα τους
πότε-πότε σηκώνουν τα κεφάλια τους
σα να ψάχνουν για σημάδια στον ουρανό
κι ύστερα χάνονται
στο μεγάλο σχήμα της αυγής.


* * *


ΕΠΙΦΥΛΑΚΗ


Το χέρι που με αβέβαιες γραμμές
σχεδιάζει τη μορφή σου
είναι η σαρκοφάγος
ενός χαμένου προσανατολισμού
δεν έχει βαφτεί στο αίμα κανενός
κάνει το σημείο του σταυρού
ή μαζεύει βότανα
κόβει το ψωμί
ή χαϊδεύει το κεφάλι του σκύλου
που κοιμάται
στη σκιά της ιτιάς

το χέρι που ονειρεύεται να σφίξει
τ’ αστραφτερό μαχαίρι
διανυκτερεύει
μέσα στα δικά σου χέρια.


* * *


ΑΜΗΧΑΝΙΑ


Σχήματα ρευστά κινούμενα όνειρα
σκιές διαλυμένες και ρωγμές
να μπαίνεις ελεύθερα στον κόσμο ή να βγαίνεις
είναι καλό επιχείρημα η ελευθερία
για να ερωτεύεσαι ή να φυγομαχείς
ν’ αφομοιώνεις το σύμπαν ή να λικνίζεσαι
με τις ανταύγειες του νερού που λάμπει
ή ν’ ανγναντεύεις το περιστέρι στο καμπαναριό
       του Αγίου
ν’ αφήνεσαι άβουλα στη βία των ειδήσεων
εσύ που είχες ποθήσει λίγον ύπνο στη δροσιά
       των φίλων
ν’ ακούς τη σιωπή να θρυμματίζεται απ’ τις οπλές
του χρόνου      χωρίς να ξέρεις πώς να μπεις
       στο θάνατο
ή πώς να σταματήσεις το χορό των σκιάχτρων.
 

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

[44] Μίλτος Σαχτούρης: Ανάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (Κέδρος, 1998)


antnikolis.blogspot.com
ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΤΟΠΙΟ


Λυσσάει ένας διαβολεμένος αέρας
κι η βροχή δεν πέφτει
δύο διάβολοι αλληλοξεσκίζονται
δύο σκυλιά αλληλοσπαράζονται
φέτος δεν πήγα εξοχή
του χρόνου όμως θα πάω
                    από την οδό Αναπαύσεως
αυξήθηκαν τ’ ασφάλιστρα
αυξήθηκαν οι βενζίνες
προσέχετε τους νεκρούς!
και τώρα άρχισε να πέφτει η βροχή.


* * *


Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ


Όλοι κοιμούνται
κι εγώ ξαγρυπνώ
περνώ σε χρυσή κλωστή
ασημένια φεγγάρια
και περιμένω να ξημερώσει
για να γεννηθεί
ένας νέος θεός
μέσ’ στην καρδιά μου
την παγωμένη
από άγρια φαντάσματα
και τη μαύρη πίκρα.
 

Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2013

[43] Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ: Διθαλάσσου (Κάρβας, 2012)


www.biblionet.gr
ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ


Το πουκάμισο του φιδιού
Στην πληγή της σπασμένης φτερούγας μου
Μέσα στη μοναξιά μου με κατατρώει.

Αυτοί αν έρχονται κοντά μου έρχονται από περιέργεια
Μου τραβούν τα φτερά, δοκιμάζουν τη δύναμή μου
Των άλλων
Φτερούγισμα σπουργιτιών η φυγή.

Τον Μεγάλον Άγγελο ταχύπλοα σκάφη τσάκισαν
Την ώρα που τραβούσε τα δίχτυα μαζί με τους ψαράδες.

Όσοι σωθήκαν πνίγηκαν
Πνίγηκαν στη στεριά
Φορώντας το άσπρο πουκάμισο το μαύρο παντελόνι.
Και κουβαλούν και κουβαλούν τους δίσκους με καφέδες.

Θα έρθει κάποτε η στιγμή
Να ραγίσει αυτή η πλάκα.
 

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

[42] Καίη Τσιτσέλη: Το Α & το Ω (Άγρα, 2006)


www.biblionet.gr
[Μετάφραση από τα αγγλικά: Άρης Μπερλής]

[απόσπασμα]


Τα ρούχα που εξαφανίζονται.
Βαρέθηκα να φοράω το ίδιο πουκάμισο και το ίδιο παντελόνι.
Αποφάσισα να διαλέξω διαφορετικό ( !μαγική λέξη )
πουκάμισο και παντελόνι – λαχταρώ μιαν αλλαγή σαν τρελή.
Διάλεξα ένα γαλάζιο ριγέ πουκάμισο
και μπλου τζην, κρέμονται στις κρεμάστρες τους.
Τα κρεμάω με τη σειρά μου στο χερούλι της ντουλάπας
( πολύ κρέμασμα κυκλοφορεί ).
Αυτό γίνεται το απόγευμα, νομίζω ( δεν είμαι βέβαιη ).
Την επόμενη ( ; ) μέρα οι κρεμάστρες με το πουκάμισο
και το παντελόνι δεν είναι εκεί, είναι κρεμασμένες τακτικά
στην ντουλάπα. Ποιος τις έβαλε εκεί;
Πότε; Και αρχίζουμε ξανά το ίδιο βιολί,
μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει. Και μου είναι αδύνατον
να φορέσω αυτό το παντελόνι, αυτό το πουκάμισο,
είμαι κολλημένη στο ίδιο πουκάμισο το ίδιο παντελόνι
με τον ίδιο τρόπο που είμαι κολλημένη
στην ίδια αενάως επαναλαμβανόμενη μέρα.
 

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2013

[41] Νίκος Φωκάς: Ο μύθος της καθέτου (Κρύσταλλο, 1981)


www.biblionet.gr
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΚΡΗΞΗ


Δε μας ακολούθησαν οι καπνοί ως εδώ—
Έδαφος μόνο γι’ αρμυρήθρες. για όστρακα
Και το πόδι του γλάρου πριν ανοίξει φτερούγες
Και φύγει μαλακά,
Προσκαλεσμένος απ’ τη θάλασσα,
Σαν πανί που γέρνει στον άνεμο...

Άλλη ζωή· σωματική κι αυτή μα δίχως ρουχισμό.
Σωματική μα δίχως πόνο.
Ζωή μοναχική, στατική κι ενατενιστική
Όπως αντίκρυ σ’ ένα πίνακα,
Δίχως χορό,
Δίχως προσέγγιση των σωμάτων.

Έτσι αποδεσμευμένη είναι εδώ η ζωή του καθενός,
Σ’ ορθή γωνία με τη σκιά της,
Αναμορφωμένη από την έκρηξη,
Μετά τον αναγκαστικό ρυθμό
Που μετέδινε στο σώμα η μηχανή,
Τη φονική ταχύτητα.

Τουρμπίνες, έμβολα, καντράν, λεβιέδες,
Περιορίστηκαν στην ακτίνα τους,
Έστω και τόσο εκτεταμένη.
Δε μας ακολούθησαν τα μισοκαμένα μέταλλα,
Και οι καπνοί μόνο για λίγο·
Σάμπως το τελευταίο πράμα...

Από τότε δεν γνωρίζουμε παρά
Τον αργό και δυνατό ρυθμό μιας θάλασσας
Σαν το δούπο του αίματος
Έτσι όταν μεταγγίζεται κανονικά,
Ένας ήχος τέλεια μονοσήμαντος:
Ρυθμός που δεν κάνει για χορό,

Έδαφος που δεν κάνει για δράση,
Άμμος χρυσή και βράχια—
Αφηρημένες παραστάσεις,
Μονόλιθοι που πάνω τους οι γλυφές
Δείχνουν με αδρανή ληθαργικότητα
Τη χειμωνιάτικη ενεργητικότητα του κύματος.

                                                             1979


* * *


ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΘΕΑΤΡΟ


Είναι μια περίτεχνη σιδεριά παλιού μπαλκονιού
Από κατεδαφισμένη οικοδομή.
Την ξέχασαν όρθια στη μέση του δρόμου.
Κι ευθύς μόλις την άφησαν συνέβηκε τ’ απροσδόκητο·
Χωρίστηκε ο κόσμος σε δυο μέρη.

Απ’ το δικό μας μέρος του κόσμου
Είναι τ’ αυτοκίνητα, ο καρκίνος, ο μόχθος της ζωής
Η προδοσία, ο θάνατος —η μοίρα μας·
Δραστηριότητα χωρίς δικαίωση, χωρίς καν θεατές
Ή χωρίς συνείδηση ότι υπάρχουν.

Απ’ τ’ άλλο πάλι μέρος της σιδεριάς
Ξανά τ’ αυτοκίνητα, ο καρκίνος
Ο μόχθος της ζωής, η προδοσία, ο θάνατος·
Όμως αισθητικοποιημένα, εικονικά,
Σα με κάποια ποιότητα, σα να βλέπουμε θέατρο.

Τόση μαγεία μα και τόση σημασία
Μπορεί να υπάρχει σ’ ένα χώρισμα, ώστε
Για να γίνει εικονική η πραγματικότητα
Ή πραγματική η εικονικότητα —κατά τη διάθεση—
Απλώς μετακινούμε τη σιδεριά.

                                                               1978
 

Τρίτη, 8 Οκτωβρίου 2013

[40] Κούλα Αδαλόγλου: Δύο ελεγείες και μία ωδή (Τα τραμάκια, 1996)


entefktirio.blogspot.com
[απόσπασμα]


Ο έρωτας είμαι,
όμορος πριν και τώρα διασπασμένος,
βγαίνω απ’ τα όρια
ανατρέπω τις συμφωνίες
χειροκροτώ τη σύγκλιση των σωμάτων

καταδύομαι και αναδύομαι, δεμένος στο μήλο
του Αδάμ,
κορίτσια ταΐζουνε τα περιστέρια, γεννιούνται τα
νέα μικρά ψάρια, σκαλώνω στο ανοιγμένο φτερό
του κύκνου,
διαβαίνω και βαίνω, ακροβατώ στις ξύλινες εξέδρες,
στις ισχνές λεύκες της όχθης, στα διερχόμενα νέφη,
πυροδοτώ τα υγρά μάτια των φαντάρων
τις βυζαντινές μορφές, τους νυχτερινούς
σερβιτόρους.
 

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

[39] Κυριάκος Χαραλαμπίδης: Θόλος (Ερμής, 1989)


www.enet.gr
Τη μέρα που οι ανέξοδοι νεκροί
σηκώθηκαν ψηλά να τους ιδούμε
φανήκανε τα ζώντα ποιήματα
κρυμμένα πίσω από το θάνατό τους.

    1982


* * *


ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ


Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα —
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα· μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που ’χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τήνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

    Μάης 1979


* * *


ΣΤΑ ΣΤΕΦΑΝΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ


Είχε τριακόσια στρέμματα γης υπό κατοχήν
και τον πατέρα της στα βάθη της Ανατολής.

Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί.

Κατά την τελετή του μυστηρίου
δεν πρόσεξε κανένας τον πατέρα της.
Μπήκε απ’ το νάρθηκα κρυφά και στάθηκε
πίσω από μια κολόνα και καμάρωνε.
Ύστερα σκούπισε με το μανίκι του
το ξεσκισμένο και φτωχό του δάκρυ.
Τον πήρανε για ηλίθιο του χωριού
και τον αφήκανε στην ησυχία του.

Τελειώνει ο γάμος, και να χαίρεστε τα στέφανα.
Παίρνουν κουφέτα και λουκούμια, μπαίνουν
καθένας στ’ αυτοκίνητό του, χάνονται.

Ο στοργικός πατέρας πάει κι αυτός
στην Πράσινη Γραμμή, περνά σκυφτός
παίρνει ξανά τη θέση του στο χώμα.

     Γενάρης 1983
 

Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

[38] Παυλίνα Παμπούδη: Το μαύρο άλμπουμ (Κέδρος, 1999)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ»]



Ο ΠΑΥΛΟΣ


Με παντελόνια ως το γόνατο
Αμήχανος
Σαν να το ξέρει
Πως τώρα που τον βλέπω είναι νεκρός
Νεκρός όχι δεκατριών, μεγάλος
Πενήντα χρόνων και.

Ντρέπεται.
Ντρέπεται, θα ’θελε να φύγει.

Επίσης, μοιάζει λίγο κακιωμένος.
Σαν να το ξέρει
Πως του’ χω πάρει τ’ όνομα.
Πως έπαιξα, παιδί, με τα γυαλάκια
Και τους δοκιμαστικούς σωλήνες του.
Πως κάποια μέρα έσπασα
Τη ζυγαριά κενού αέρος.

Και φταίω εγώ
Που χάθηκε η ύλη του
Οι μνήμες και τα οστά του.


*


Ο ΠΑΥΛΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΟΝΤΑΣ
ΤΑ ΜΙΚΡΟΤΕΡΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΟΥ


Η Έλλη έχει ένα σαστισμένο άσπρο φιόγκο.
Καλοαναθρεμμένη, ντροπαλή.
Χαμογελά με επιφύλαξη· δεν είναι σίγουρη
Πως είναι κει, πως θα ’ναι κάποτε αλλού,
Αν θα ’πρεπε, αν επιτρέπεται.

Ο Αντώνης, δεξιά της, σαν αφηρημένος.
Δεν αναγνωρίζεται. Σα να ’χει ήδη
Περάσει τα χαρακτηριστικά του
Στα δικά μου.

(Εκείνη πάντως τη συγκεκριμένη Κυριακή
– Κυριακή θα ’ταν, τα παιδιά
Φοράνε τα καλά τους –
Μοιάζει σχεδόν απών. Γι αυτό,
Στα χρόνια που έρχονται
Τα πιο πολλά θα γίνουν ερήμην του.)

Στη μέση ο Παύλος
Τους αγκαλιάζει και τους δύο προστατευτικά.
Είναι ο πρώτος.
Πιο ψηλός.
Ψηλός μέχρι τον ουρανό, το μαύρο κάδρο
Του κόβει το κεφάλι και τα πόδια
Κι υπαινίσσεται
Τη νάρκη εκείνη.
 

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

[37] Τηλέμαχος Τσαρδάκας: Αιμοσφαίριο του ουρανού (Αχαϊκές Εκδόσεις, 1998)


www.biblionet.gr
Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΤΑΖΕΙ ΑΙΜΑ


Εδώ, στάζει αίμα ο χρόνος.
Κορμιά στο πάτωμα. Άγνωστα δώρα.
Χρήματα στο συρτάρι με λαστιχάκι πιασμένα.
«Εγώ θα φύγω! Εγώ θα φύγω!»
Σ’ ακούω ακόμα.
Τα σεντόνια μου έχω μέρες να τα στρώσω.
Ο ίδιος εγώ κοιμάμαι και ξυπνάω.
Στον καθρέφτη κάθε πρωί φαίνομαι
όλο και πιο άσχημος.
Κουβά δεν έχω. Και στάζει αίμα κι ο χρόνος...


* * *


NEVER SEEN YOU BEFORE


Γύρω μου σαλεύουν κάτι ξωτικά σαν ανθρώπινες
σκιές.
Στο ποτήρι μου φουρτούνα.
Ίχνη από αίμα οδηγούν στην τουαλέτα.
Το πράσινό μου το πουκάμισο
σιγά-σιγά μαραίνεται.
Κι ήρθε απρόσμενα ο Μπράντον και μου είπε:
«Απόψε φίλε μου εγώ λέω να πεθάνω
πάνω στα στήθη που αγόρασαν τα λίγα μου λεφτά»
Έξω φυσάει μα τα τζάμια είναι γερά.
Μες στη λεκάνη κι οι αμφεταμίνες κι η νύχτα όλη.
Γύρω σαλεύουν κάτι ξωτικά,
μ’ ασάλευτος εγώ,
τόσο απόρρητα και τόσο μυστικά,
καίω την πόλη.
 

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

[36] Ηρώ Νικοπούλου: Ανέμου (Πλανόδιον, 1999)


Εταιρεία Συγγραφέων
www.dedalus.gr

[από την ενότητα «ΣΥΝΤΑΣΣΟΝΤΑΣ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΣΕ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ»]


ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ σπρώχνω
τον θάνατο λίγο πιο πέρα.
Τον σπρώχνω ευγενικά με τρόπο
κι άλλοτε κάπως
να μοιάζει σα χορευτική φιγούρα.
Τρυφερά αγκαλιάζοντας τον παρτενέρ
ζητώντας χώρο
στο σώμα του να υπάρξω,
είδωλο σε αστραφτερά πλακάκια.

Κάθε μέρα,
λίγο πιο κει, παρακαλώ,
για ν’ ανασάνω
Κι όλο στενεύει ο χρόνος.


* * *


[από την ενότητα «ΚΟΥΡΟΣ ΣΕ ΚΙΝΗΣΗ ΠΡΩΤΗ»]


ΟΙ ΑΚΑΛΥΠΤΟΙ των πολυκατοικιών
χώροι ανυπεράσπιστοι.
Καθώς ενώνουν
τα πίσω κρυφά τους μέρη,
μοιάζουν σαν αγκαλιά ματαιωμένη,
στο χρόνο ακίνητη.

Αιώνια χαιρετώντας το άπιαστο
τον ένοικο που δε χώρεσε
να κατοικήσει.


*


ΤΟΝ ΕΙΔΑ ένα βράδυ
μέσα απ’ τις γρίλλιες,
για να γράψει ένα ποίημα
έμπηξε ένα καρφί
στον απέναντι τοίχο
και περίμενε
να γυρίσει ο πόνος
πίσω σ’ εκείνον.
 

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

[35] Ζέλεια Γρηγορίου: Τα πούντολ της Λοντέβ (Γαβριηλίδης, 2012)


www.academia.edu
ΙΙ


Τελείωσε το θαύμα
Τυλίξανε τις τέντες
Πακετάραμε τα σύνεργα
Διπλώσαμε τα κουστούμια
Διπλωθήκαμε
Να αντέξουμε
Να χωρέσουμε
Οι οικονομικές θέσεις είναι πάντα μικρότερες
στις πτήσεις της επιστροφής


* * *


[από την ενότητα «ΜΗΔΕΙΑ»]


ΙΧ


Διαβάζω ένα χοντρό βιβλίο
Δύο χιλιάδες διακόσιες είκοσι έξι σελίδες
ποίηση του εικοστού αιώνα

Η αλήθεια είναι πως γυρεύω να βρω
τις άλλες γυναίκες
Βρίσκω την Ντίκινσον
την Σέξτον
την Πλαθ
κι άλλες
ασήμαντες και μικρές

Η αλήθεια είναι πως διαβάζω το βιβλίο ανάποδα
από τα πλαδαρά ποδαράκια τους προς τα πάνω
φθάνω λαχανιασμένη στην αρχή
τεντώνομαι να διαβάσω τα λόγια
του κύριου Norton Jahan Ramazani
«Ιδίωμα εξομολογητικό»
«Προσωπική κι εντούτοις ποιητική η γραφή»
«Έξοχη ήταν προς το τέλος...
ύστερα αυτοκτόνησε»
«Τοξικομανείς, εθισμένες στις αμφεταμίνες
και στους φροϊδικούς μονόλογους
με πατέρες»

Κύριε Νόρτον Κρέοντα
Jahan Ramazani
late of Oxford University and Emory University,
επικροτώ τα θαργήλια της γραφής,
έξω από τα τείχη της πόλης οι πουτάνες
(η αλήθεια είναι πως τέντωσα πολύ και θα σπάσω
τα γάγγλιά μου τρίζουν)
Κύριε Νόρτον Ιάγο
Η αλήθεια είναι πως κοιμήθηκα με τον Οθέλλο
(μα αυτό δεν πρέπει να το πω, αλλιώς θα το πάρεις
για εξομολόγηση) και μου λείπει κάθε βράδυ
όχι εσύ
ούτε το Norton Anthology of Modern and Contemporary Poetry
 

Παρασκευή, 20 Σεπτεμβρίου 2013

[34] Ολυμπία Σταύρου: Σκόνη σε γυαλιά ηλίου (Μπιλιέτο, 1997)


tsalimi.blogspot.com
Με τρομάζει
το σιγανό ψιθύρισμα
του δίσκου που τελειώνει.


* * *


Κι αν δεν είμαι ο ήλιος σου
είμαι η σκόνη στα γυαλιά σου.


* * *


Το μπράτσο του νταλικέρη
κρεμασμένο από το παράθυρο
στάζει στην άσφαλτο
τη μοναξιά του.
 

Τρίτη, 17 Σεπτεμβρίου 2013

[33] Αντώνης Ρίζος: Ξόρκια (Εντευκτήριο, 1998)



ΕΠΙΓΡΑΦΙΚΗ


Γέμισαν οι τοίχοι στο πανεπιστήμιο
Με λογής-λογής συνθήματα·
Στους διαδρόμους επαναστατικά,
Στους καμπινέδες σεξουαλικά.

Βρίσκεις όμως αυτού και φράσεις
Πότε-πότε συγκινητικές,
Όπως το «Πέστε μου τι θέλω»
Και «Σώστε την δοτική».

Χρειάζεται θάρρος
Το να γράφεις τέτοια πράγματα,
Χρειάζεται θάρρος η τιμιότητα.


* * *


ΥΠΕΡΘΕΤΙΚΟΥ ΠΑΓΙΔΕΣ


Μοιάζουν με τις δαπανηρές γυναίκες
Συναρπαστικές όταν ανθίζουν
Αφορμές θλίψης μόλις μαραθούν

Εμπιστοσύνη πρέπει μόνον στις οικόσιτες αλήθειες
Όμως αυτές έγιναν πολύ σπάνιες
Από τότε που τις εκθέτουν στα μουσεία

Τις αποσπούν από τα συμφραζόμενα
Τις ταριχεύουν
Και στο τέλος τις πουλάν
Άγια λείψανα.
 

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

[32] Θανάσης Ε. Μαρκόπουλος: Το περίστροφο της σιωπής (Τα τραμάκια, 1996)


Γιάννης Δ. Βανίδης
iannisvanidis.blogspot.com





ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΨΕΜΑ


Ως το λαιμό
ίσαμε τη σχισμή των χειλιών
στα σπήλαια της ανάσας
μπαινοβγαίνοντας
να παίζει η στάθμη των ερειπίων
και της πηχτής απόγνωσης
η μνήμη η αιμόφυρτη
των βυθισμένων ιδεολογιών
ώσπου να χαμηλώσει κράνος
ο ουρανός του βλέμματος
και να πεινάσει το φως

Τότε ανάψτε του το επόμενο ψέμα


* * *


ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Με μικρούς πυροβολισμούς
σπουργίτες και χελιδόνια
το πρωινό ανέβαινε τις κουρτίνες
πόντο τον πόντο κατακτούσε το σώμα
όνειρα ξυπνούσαν ανάβανε μάτια
ζάρωναν στη γωνιά οι ανάγκες
μουσκίδι στο φως
After Shave Beau Mec
και μοσχοβολάει το δέρας
τηλεόραση καπνού καφές με καϊμάκι
στις οχτώ χαιρετούσε
αγαπημένα πρόσωπα

έτοιμος για το φέρετρο
της καινούργιας μέρας


* * *


Η ΚΑΤΑΠΑΚΤΗ


Την καταπακτή του συντελεσμένου
φοβάται το ποίημα
γιαυτό την τελευταία στιγμή κρεμιέται
από μια λέξη
όπως πλεκτό από μια θηλειά
και μένει έτσι μετέωρο στο κρανίο σου
με διαρκή τον κίνδυνο της εξάρθρωσης
της μόνιμης αναπηρίας
ολόκληρο ένας πόνος
μα ένοικος ζεστός της φλέβας σου
γιατί καλά το ξέρει το ποίημα
στη γέννα τελειώνουν όλα

Ομοίωμα ζωής το ποίημα
την έξωση απ’ την καρδιά σου φοβάται
γιαυτό αντιστέκεται με τόσο πάθος
στην έπαλξη της τελευταίας λέξης
τοξεύοντας απανωτές εναλλακτικές προτάσεις


* * *


ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Πάει πια η εποχή της οξείας κραυγής
του τεντωμένου χεριού
η εποχή του περίστροφου πέρασε
πομφόλυγες σκάνε χαλάνε τον κόσμο
και ποιος ν’ ακούσει
την πιστολιά που θα σπάσει
το θυμωμένο σου κρόταφο

Σήμερα το περίστροφο
έχει το σχήμα της σιωπής

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

[31] Λούης Περεντός: Τ’ απωθημένα ενός μικροαστού (1982)


www.parathyro.com
Ζω με ποιήματα

με παχουλούς χοντρέμπορους
πιστώσεις έγγραφα γραμμάτια
φωτοτυπίες φίλων

ζω με ποιήματα

ξενύχτια παιδιών
τηλέφωνα δίκες τέλεξ
φωνές ταξιτζήδων

ζω με ποιήματα

γιορτές προδομένες
απεργίες επάλληλες
κηδείες νεκρών ξεχασμένων

ζω με ποιήματα

κι ακόμη
μ’ εσένα κύριε δήμαρχε
που δε θα μάθεις ποτέ
την ετυμολογία του αξιώματός σου.

                                                          8.2.1981


* * *


Στα δέντρα του Hyde Park
περιπλανιέμαι

κι όπως το νιώθω να χάνομαι
ανάμεσα όνειρο και κραυγή

μέσα στα νύχια μου θαμμένο
χειρονομεί κατά τη Μεσόγειο
το χώμα της Χοιροκιτίας.

                                                          2.8.1981
 

Κυριακή, 8 Σεπτεμβρίου 2013

[30] Διονύσης Καψάλης: Όλα τα δειλινά του κόσμου (Άγρα, 2008)


www.biblionet.gr
[αποσπάσματα]


10.

Εξαντλημένοι: ο τόπος και ο τρόπος.


11.

Στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς.
Ίδιες δεν είναι, γέρασαν κι αυτές,
κι όχι ασφαλώς από αλληλεγγύη.
( Γέρασαν, γράφεις, και παρηγοριέσαι:
ανόητος ανθρωπομορφισμός.
Άσε που οι περισσότερες νεάζουν. )


23.

Στο σπίτι μέσα κάποιος σου μιλά,
μα εσύ κολλάς το πρόσωπο στο τζάμι·
ναι, πιο κοντά κι ακόμη πιο κοντά,
και βλέπεις ( δεν θυμάσαι; ) να κεντά
η νύχτα σ’ έναν ουρανό κατράμι
τα δίχτυα της με τ’ άστρα εκεί ψηλά.


25.

Κάτι να σε τραβάει προς τα πάνω,
προς τον βαθύ αστερωμένο θόλο·
η αντίστροφη βαρύτητα της νύχτας.
( Όπως αντίστροφη θνητότητα :
αντίστροφη στην κλίμακα του χρόνου. )



38.

Κείνο το Σάββατο δεν ήρθες – κι ήμουν
μόνος μου σαν την άδικη κατάρα·
μόνος μου μέσα μου, μόνος στο δρόμο,
και στο μεγάλο καφενείο που ήταν
γεμάτο, μόνος ώσπου έκλεισε.


57.

Η πόρτα του ύπνου είναι χαμηλή
και σκύβεις για να μπεις, σαν σε ξωκλήσι.


60.

Έτσι ακριβώς: το εργόχειρο του χρόνου.

Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

[29] Ζέφη Δαράκη: Το σώμα δίχως αντικλείδι (Νεφέλη, 2000)


www.biblionet.gr
ΜΕΣ’ ΑΠ’ ΤΟ ΦΟΒΟ ΤΩΝ ΣΕΛΙΔΩΝ


Δε συναντιόμαστε κάτω
στις ήσυχες μέρες
στα σκουρόχρωμα τζάμια του καλοκαιριού
δε συναντιόμαστε
στις πέτρες της θάλασσας
παρά μόνο
μέσ’ απ’ το φόβο των σελίδων
γραμμένων
για μιαν ανόητη αιωνιότητα
Κι ο έρωτας έρημος
να κρέμεται ο σκελετός του στα βιβλιοπωλεία
να καμαρώνει σα γύφτικο σκεπάρνι
βαμμένο λέξεις

Δε συναντιόμαστε
στην κραυγή και στο σώμα


* * *


ΤΟ ΣΩΜΑ ΔΙΧΩΣ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙ


Κλειστοί σταθμοί
τα σώματα
παραπέμπουν
σε κλεμμένα κλειδιά

Σκουριασμένα σκοτάδια
τα λόγια
δεν ανοίγουν στο φως
για τίποτε πια

Ερειπωμένα λοιπόν
τα παλιά σύνορα του πάθους
Τα δάκρυα που αποδοκίμαζαν
ματαίωναν λέξεις

Μέσ’ απ’ τη φούχτα το φιλί
Το βλέμμα να λύνει τα πέδιλα
και τα μαλλιά αχνίζοντα

Ερειπωμένες
οι αετοφωλιές των εκμυστηρεύσεων

Μέσ’ στ’ άγρια μεσάνυχτα
το σώμα δίχως αντικλείδι


* * *


ΜΟΥ ΕΛΕΓΕΣ


Με πόση ευκολία κλαις
σα να υπήρχε
από πολύ παλιά
το κλάμα χτισμένο μέσα σου

και λίγο λίγο
γκρεμίζεται
 

Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου 2013

[28] Χρίστος Κρεμνιώτης: Ώριμο σπέρμα (Πλανόδιον, 2008)


ΗΒΗ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ


φευγαλέα το φως
πλάγιαζε
πέφτοντας.

συχνά, τα χαλίκια
χαρίζουν έθνη στη σκιά
εραστών που, ανέμελα,
αφαιμάσσουν ειρήνη

εσύ,
με το ενδεχόμενο μέλλον κολλημένο στο σπέρμα σου
άνοιξε στα καθαρότατα αίματα.

το βάδισμά σου,
ακούγεται όπου στάθηκαν,
μα οι νεκροί των ανθρώπων
δεν προδίδουνε το πέρασμά σου.

σπασμοί του ανέμου όταν σκίζονται από φως.


* * *


ΛΕΥΚΟΣ ΠΕΡΙΠΟΥ.


η αράχνη μετοικεί στο κενό

των φύλλων οι ευθύγραμμοι ελιγμοί
βυθαίνουν
ενώ θροΐζει μια χρυσή
ωχρή
διαύγεια
επάνω απ’ το κουφάρι της νεκρής πηνελόπης.

κάθε ψέμα και ο νεκρός του.
κάθε ψέμα και ο θρήνος του.

ενώ βραδιάζει
ένα κοράκι ξεφλουδίζει πρωινά.

αργά τη νύχτα, η προσμονή
βαστούσε μονάχα
δύο φλεγματικά φανάρια αυτοκινήτου
κι ένα λευκό, περίπου, ιστό.

κάθε φως και ο προσκυνητής του.

Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

[27] Αντώνης Γεωργίου: Πανσέληνος παρά μία (Γαβριηλίδης, 2006)


www.biblionet.gr
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


Αυτή τη στιγμή απουσιάζω
και θα λείπω καιρό.
Ίσως και μια ζωή.
Αφήστε όμως το μήνυμά σας
μετά τον χαρακτηριστικό ήχο
–δεν είναι λυγμός, δεν είναι–

Μόλις με βρω θα ’ρθω
και θα απαντήσω για όλα.


* * *


ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΜΗΤΕΡΕΣ


Κάποτε μας προστάτευαν αυτοί.
Από τα παλιόπαιδα της γειτονιάς
τον ψευτόμαγκα του σχολείου
τον άδικο δάσκαλο.
Τις πρώτες πρώτες απογοητεύσεις.
Μας κρατούσαν σφικτά από το χέρι στο δρόμο.
Ήταν τόσο μεγάλοι!
Τελικά μεγαλώσαμε κι εμείς.
Εμείς τους προσέχουμε πια.
Τελευταίοι μαθαίνουν τους χωρισμούς μας
τελευταίοι τις αποτυχίες μας
τις αρρώστιες μας σπάνια.
Για τη μοναξιά μας ποτέ.

Κάθε Κυριακή μεσημέρι
στο τραπέζι για ψητό
και κουβεντούλα
«μαμά, μπαμπά, όλα καλά»
γελούμε απλόχερα
και φεύγουμε νωρίς
πριν προλάβουν να μας δουν καλά καλά.


* * *


ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ


Οι άντρες που τρώνε σουβλάκια στην πλατεία των λεωφορείων,
ένας ξανθός τουρίστας,
ο ταμίας στο μικρό κατάστημα στην πινακοθήκη,
στο μαγειρείο, λουβί, κουκιά, σουβλάκια, κουβέντα
«μάστρε ένα νερό»,
στέρεα πόδια κάτω από το κοντό παντελόνι,
αρπάζει το μπουκάλι ωραία,
ρίχνει μια ματιά και η συζήτηση ξεφτίζει
το παιδί στην ψησταριά στην αρχή της λεωφόρου,
ένας βιαστικός με γραβάτα και ιδρωμένο μέτωπο,
ο αδερφός του φίλου,
ο νεκρός απο το ατύχημα,
η φωτογραφία του σε όλες τις εφημερίδες,
το γκαρσόνι στο μπαράκι,
ο οδηγός του βαν, το σταματημένο στα φανάρια τροχαίας,
τον βλέπει τακτικά στο γυμναστήριο,
εκείνος ο άλλος,
ο μικρός στο γυμναστήριο με την αυθάδεια της εφηβείας του
 

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

[26] Τάσος Καπερνάρος: Οσημέραι (Κέδρος, 1997)


ΤΟ ΦΟΡΤΗΓΟ


«Να μιλήσουμε για τον Χριστό»
προτρέπει το σπιρίτσουαλ
που ξεχύνεται από το ναό
του απέναντι διαμερίσματος.

Όχι. Να μιλήσουμε για φορτηγά
που διασχίζουνε με χάρη τις πλατείες
και τους φιδίσιους δρόμους.
Να μιλήσουμε για φορτηγά
που δεν φοβούνται σταυροδρόμια, τούνελ
σκοτεινούς σταθμούς.
Για φορτηγά
που κάποτε πεθαίνουν
στων λεωφόρων τις άδειες όχθες.
Προ πάντων όμως να μιλήσουμε για κείνα
που μεταφέρουν εμπορεύματα
– και τι εμπορεύματα, Χριστέ μου! –
στων απομακρυσμένων επαρχιών
τα ανυπόμονα, τα ντροπαλά κορίτσια.

Καλσόν φτιαγμένα από σύννεφα
μεταξωτά εσώρουχα
– βρακάκια ροζ, σουτιέν π’ ανοίγουν από μπρος
αφήνοντας τα ωραία στήθη
αιφνίδια να προβάλλουν στον καθρέφτη –
ζαρτιέρες μαύρες και νυχτικές
αραχνοΰφαντες
που κρύβουνε μονάχα τη δροσερή κοιλιά
και τ’ απαλό το χνούδι
του τριγώνου.
Γόβες, που βράδια μαγικά
θα γίνονται ποτήρια για ηδύποτα,
πόρπες, κραγιόν και σύνεργα άλλα
που του κορμιού τη γοητεία επαυξάνουν.
Κι εκτός αυτών
σαπούνια αρωματικά
σε κούτες χαρτονένιες
και μπουκαλάκια με λογής αρώματα
προορισμένα όλα για να τρυγηθούν
από τα λαίμαργα των κοριτσιών τα μάτια

που λάμπουν ήδη στο μυαλό του οδηγού
και λησμονεί ο δύστυχος
του φορτηγού τα φρένα...

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

[25] Ηλίας Κεφάλας: Σκοτεινός μαγνήτης (Άλως, 1989)


www.biblionet.gr
ΟΠΩΣ


Όπως ο ποταμός
ψάχνει για τους ναυαγισμένους
Όπως η άνοιξη
πυροβολεί ένα έρημο λιβάδι
Όπως ο ήλιος
χτυπά το μέσα κρύσταλλο της πέτρας
Όπως το χιόνι
γυρεύει το χαμένο του αίμα
Όπως το μάτι του τρελού
φτεροκοπάει μέσα στον καθρέφτη
Όπως ο πεθαμένος
ψάχνει τα βήματά του στο διάδρομο

Όπως κοιμήθηκε ο μικρός στρατιώτης
στο νυχτωμένο τρένο
και ξέχασε όλους τους σταθμούς


* * *


ΤΟ ΚΟΡΜΙ


Το κορμί ξεντύνεται στο δρόμο
Τα φθαρμένα του ρούχα

Σκόνες του ταξιδιού
Φύλλα του ανέμου
Μικρά χαμένα σημειώματα

Το κορμί γυρίζει
Τις μεγάλες άδειες τσέπες
Δρασκελάει τα όνειρα
Αφαιρεί την καρφίτσα του χρόνου
Την κονκάρδα της άνοιξης

Το κορμί γυμνό
Σκύβει πάνω στο χώμα
Αφουγκράζεται ήσυχα
Το θαμμένο ρολόι
Με τα δάχτυλα ψάχνει
Την αθέατη ώρα

Το κορμί κατεβαίνει σαν ρίζα
Ταξιδεύει βαθιά
Και με δάκρυ ποτίζει
Τη σιωπή του ορείχαλκου

Το σπασμένο γραφίτη της μοίρας


* * *


Ο ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟΣ ΚΑΦΕΣ


Και οι εργάτες πίνουν τον απογευματινό
        καφέ τους
ωραίοι και καθαροί μέσα στα ήσυχα συνοι-
        κιακά καφενεία
λίγος ασβέστης ξεμένει ακόμα στην άκρη
        των χεριών
λίγα χνούδια στο γείσο του καπέλου
αλλά εύκαμπτοι και με λεπτούς τρόπους
        πίνουν τον καφέ
διπλώνουν την εφημερίδα αερίζουν το στέρνο
ξεχνιούνται στ’ ανοιχτό παράθυρο ενώ θυ-
        μούνται
πως είναι πάντα βέβαιο κι ολιγαρκείς

Και οι εργάτες πίνουν τον απογευματινό
        καφέ τους
αισιόδοξοι πάντα και θαρραλέοι στη ζωή
μα έρχονται φορές κάτι υγρά σαββατοκύριακα
που μαρμαρώνουν στα καφενεία σαν αγάλματα
απλανείς κι έντρομοι οι δυνατοί εργάτες
ακούν βαθιά μέσα στα μάτια τους
τη σκαλωσιά να τρέμει των ονείρων
 

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

[24] Γιάννης Κοντός: Ο αθλητής του τίποτα (Κέδρος, 1997)


www.biblionet.gr
ΑΠΟΥΣΙΑ


Απογευματάκι Ιανουαρίου,
δεν στρίβω γωνίες, αλλά παραπατάω
σε ευθείες. Σκέπτομαι τους πεθαμένους
ποιητές, που δεν βλέπουν αυτές τις ώρες:
το φως να κάθεται στα δέντρα
και να συγκρατεί τις αναμνήσεις·
τον καφέ εσπρέσο με το τσιγάρο·
τον σκούρο ουρανό και κάπου αλλού
να βρέχει. Θα φορούσαν βαρύ παλτό,
κασκόλ, και θα βάδιζαν γρήγορα
μη τους πιάσει η μπόρα.
Σε μια βιτρίνα καθυστερούν
και κοιτάζουν τα ρούχα της εποχής.
Θυμούνται τα ραντεβού τους
και τη ροή του έρωτα.
Τέλος πάντων, είναι άνθρωποι
και γυρίζουν σπίτι.
Όλα όμως τα παραπάνω
και άλλα πολλά τα γράψανε
στα παλιά τους τα παπούτσια
και πέθαναν.

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

[23] Λεύκιος Ζαφειρίου: Η θλίψη του απογεύματος (Μεταίχμιο, 2007)


www.perizitito.gr
ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ


Μέσα στο πούσι
έρχεται από πολύ μακριά
δίχως τη στέγη,
με τα περιστέρια στο γείσο –

είναι το ξυπόλητο παιδί
με τη σπασμένη φυσαρμόνικα
που περνάει στον δρόμο·

είναι το πέτρινο σπίτι με τ’ άδεια
δωμάτια κι οι παράξενες αγελάδες
που έχουν μετακινηθεί
μέσα στην ομίχλη

είναι τα παράθυρα χωρίς
πλαίσιο στο πέτρινο σπίτι
με τα περιστέρια στο γείσο·

είναι το παιδί που δεν βλέπει
με τη φυσαρμόνικα
χωρίς ήχο –

απαγορεύεται η μουσική
και το εμβατήριο της θλίψης
έτσι καθώς διασχίζει τον δρόμο
με το πέτρινο σπίτι
ο μικρός Ζαχαρίας
μόλις δύο ετών·

ενθάδε κείται
στο κοιμητήριο Ριζοκαρπάσου.

                                      6.12.2004


* * *


 Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

                                Στον Λευτέρη Παπαλεοντίου

Είναι το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο
στην Αγία Τριάδα
με τις ετοιμόρροπες αίθουσες διδασκαλίας

είναι οι άδειοι μαυροπίνακες
και το πέτρινο συντριβάνι
χωρίς νερό
στην αυλή του·

μόνο ο μικρός ποδηλάτης
ανεβαίνει
στους έρημους δρόμους
πατώντας τα πετάλια του χρόνου
μέσα στη θλίψη του απογεύματος –

πλάι στις ξύλινες αγελάδες
που κρύβουν το ψηφιδωτό δάπεδο
με τα γεωμετρικά σχήματα
και τ’ άνθη από υακίνθους

κανείς δεν το βλέπει
έτσι που ανεβοκατεβαίνει μέσα στους έρημους δρόμους
το παιδί με ξανθά μαλλιά
που τ’ ανεμίζει
ένας θλιβερός άνεμος

                                                                             21.1.2005


* * *


ΤΡΙΚΩΜΟ, 9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1967

                                                 Στον Κώστα

Θυμάμαι εκείνον τον φαντάρο
με το σχισμένο μπερέ
που έφτιαχνε νεκροκεφαλές.

Αδειούχοι και μόλις
είχαμε επιστρέψει απ’ την Αμμόχωστο.
Σ’ έναν σύλλογο εθνικοφρόνων
του χωριού
στο ραδιόφωνο έπαιζαν
άσματα λαϊκά.
Πήρε να νυχτώνει
κι ο Σάκης είπε να μην αργήσουμε –

Άρχιζαν οι ειδήσεις
σταθήκαμε στην είσοδο –
κάτι με απειλές
για εισβολή
κι η άλλη είδηση στο τέλος

«εδολοφονήθη εις Βολιβίαν
ο τρομοκράτης Ερνέστο Τσε Γκεβάρα».

Δεν ήξερα πως ύστερα από χρόνια
επιστρέφοντας σ’ αυτό τον κερματισμένο τόπο
με τα ερειπωμένα καταλύματα
της Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού
θα ξόρκιζα την πίκρα μου
με την ανάμνηση
κοιτώντας τη μορφή του
στα φανελάκια των παιδιών.
 

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

[22] Διονύσης Σαββόπουλος: Βρώμικο ψωμί (Lyra, 1972) [μουσικό άλμπουμ]


από το εξώφυλλο του δίσκου
ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ


Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια και με τους φίλους τους παλιούς
τριγυρνάμε στα σκοτάδια κι όμως εσύ δεν μας ακούς

Δεν μας ακούς που τραγουδάμε με φωνές ηλεκτρικές
μες στις υπόγειες στοές
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε τις βασικές σου τις αρχές

Ο πατέρας μου ο Μπάτης ήρθε απ’ τη Σμύρνη το είκοσι δυο
κι έζησε πενήντα χρόνια σ’ ένα κατώι μυστικό

Σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί
έλεγε ο Μπάτης μια Κυριακή
κι οι πόθοι τους ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή

Χθες το βράδυ είδα ένα φίλο σαν ξωτικό να τριγυρνά
πάνω στη μοτοσικλέτα και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα βάλε στα ρούχα σου φωτιά
βάλε στα όργανα φωτιά
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα η τρομερή μας η λαλιά


* * *


Η ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΕΞΙΣ


Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δεν θα με περιμένει
οι δρόμοι θα ’ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη
τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι
αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Κι ο ήλιος θ’ αποκοιμηθεί μες στα ερείπια της Ολύνθου
θα μοιάζουν πράγματα του μύθου κι οι φίλοι μου και οι εχθροί
μαρμαρωμένοι θα σταθούν οι ρήτορες κι οι λωποδύτες
ζητιάνοι εταίρες και προφήτες μαρμαρωμένοι θα σταθούν

Μπροστά στην πύλη θα σταθώ με τις κουβέρτες στη μασχάλη
κι αργοκουνώντας το κεφάλι θα χαιρετήσω το φρουρό
χωρίς βουλή χωρίς Θεό σαν βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα
θα πω τη λέξη και το γράμμα μπροστά στην πύλη θα σταθώ