Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

[6] Γιώργης Παυλόπουλος: Τα αντικλείδια (Στιγμή, 1988)


homouniversalisgr.blogspot.com
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ


Φεύγει νύχτα μ’ ένα παλιό αμάξι
γέρος πια φοράει μαύρα.
Ποιος είναι και πού πηγαίνει
κανείς δεν ξέρει.
Μέσα στη σκέψη του υπάρχει το ποίημα
που ποτέ δεν θα γράψει.
Τόσο αόριστο σαν τη ζωή του.
Μέσα στο κούφιο μπαστούνι του
υπάρχει ένα φίδι χρυσό.
Καθώς θα το τυλίγει απόψε στο λαιμό της
σε κάποιο ελεεινό ξενοδοχείο
θα τον κοιτάζει στον καθρέφτη
χλωμός ο άλλος εαυτός του.
Αυτός που χρόνια φτιάχνει το ποίημα
καλπάζοντας τώρα στο πλάι του
και ανάβοντας ολοένα τ’ άλογα που έχουν μεθύσει
απ’ το σκοτάδι και τη λάσπη.


* * *


ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ


Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
 

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

[5] Χρίστος Ρουμελιωτάκης: Ξένος ειμί και άλλα ποιήματα (Τυπωθήτω, 2002)


www.biblionet.gr
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ


Τώρα ο καθένας
ας απλώσει τη δική του θάλασσα,
άλλη θάλασσα ας μη περιμένει∙
τώρα ο καθένας
ας ανοίξει τους δικούς του ασκούς,
άλλος άνεμος δε θα υπάρξει∙
και πια τι να τις κάνουμε τις σάλπιγγες
τώρα που ο πόλεμος τελείωσε


* * *


ΞΕΝΟΣ ΕΙΜΙ

                                      Στον Τάσο Καπερνάρο

Ξένος ειμί και μισθοφόρος—
κάθε φορά που στη στροφή βλέπω τη θάλασσα
το νιώθω.

Όλη τη μέρα πολεμώ σε ξένο τόπο
τα βράδια, κάτω από το λύχνο,
καθώς με πιάνει η νοσταλγία της πατρίδας
συγγράφω την ανάβασή μου.

Ξένος ειμί και μισθοφόρος—
αν τη διαβάσετε να είστε επιεικείς,
στην εποχή μου
δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πεθαίνεις.


* * *


[από την ενότητα «ΕΡΧΕΤΑΙ ΩΡΑ - σχέδια για ένα ευρύτερο ποίημα»]


Τώρα που όλα τέλειωσαν θυμήσου
γιατί μόνο η μνήμη σου μένει
και ατένισε πάλι την περίκλειστη θάλασσα
από τη μνήμη άλλο νόμισμα δεν έχεις
για να περάσεις απέναντι.


* * *


[από την ενότητα «Ο ΑΝΕΠΙΛΗΠΤΟΣ ΒΙΟΣ - ο λόγος και η τελείωση της Λευκοθέας»]


Η ΑΧΙΒΑΔΑ


Προχθές
τραβώντας το κρεβάτι
βρήκα το χτενάκι σου,
σαν αχιβάδα,
που τραβήχτηκε η θάλασσα
κι έμεινε στη στεριά.
Και σκέφτομαι
αχ, έτσι γίνεται, Θεέ μου, πάντοτε,
η πιο μεγάλη θάλασσα
να καταλήγει σ’ ένα ποίημα γλυφό.

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

[4] Ντίνα Παγιάση Κατσούρη: 50 παρά μία ανατροπές (Άνευ, 2011)


www.biblionet.gr
7.  ΕΛΠΙΔΑ


     Σου είπα
     η ελπίδα πεθαίνει
     πάντα τελευταία
     και εσύ μου είπες
     το θέμα είναι
     να μην πεθαίνει ποτέ.


* * *


8.  ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ


     Εκδόθηκε το βιβλίο.
     Ο συγγραφέας ευχαρίστησε
     το Υπουργείο, τους τυπογράφους, τους φίλους του.
     Όλους τέλος πάντων.
     Παραγκωνισμένες και μόνες οι λέξεις.
     Την άλλη μέρα στο βιβλιοπωλείο
     πωλούσαν βιβλία με άσπρες σελίδες.
 

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

[3] Μιχάλης Γκανάς: Μαύρα λιθάρια (Κείμενα, 1980)


www.enet.gr
ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΚΙ ΟΙ ΝΥΧΤΕΣ ΜΟΥ


Οι μέρες κι οι νύχτες μου
κι όλος ο χρόνος που πέρασε.

Αφημένος εδώ
ένα τίποτε ή ένα σημάδι
κάτω απ’ το γλόμπο του ήλιου.
Καίει το σκοτάδι αθόρυβα
καταναλώνει τα δέντρα και τη φυλή μου.

Όλα τούτα
προστίθενται κάπου ή αφαιρούνται.


* * *


[από την ενότητα «ΑΚΑΡΙΑΙΑ»]


1.  Θα ’χουμε σε παλιό καθρέφτη γνωριστεί
     κι έμεινε αυτό το ράγισμα στα μάτια.

*

4.  Κάποτε πέφτει η ψυχή, εκεί που
     το κορμί σκοντάφτει.
     Πέφτει σαν αρμαθιά κλειδιά,
     μένεις απ’ έξω.

*

5.  Χρόνια που πέσαν πάνω μας, σαν προβολείς.
     Μας ντουφεκίζουν έναν έναν,
     σαστισμένους λαγούς.

*

11. Ελλάδα '80

     Μοιάζεις επιπλωμένο οικόπεδο
     με θυρωρό βεβαίως και γκαράζ.


* * *


[από την ενότητα «ΜΟΝΟΞΥΛΑ»]


Το κλάμα σου καλώδιο· το πιάνω με βρεγμένα χέρια.

*

Η άλλη κόψη του κορμιού η αθέατη.
 

Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

[2] Θεοδόσης Νικολάου: Το σπίτι (Νεφέλη, 2002)


kitieus.wordpress.com
β'


ΤΟ ΠΟΤΕ χτίστηκε το σπίτι δεν μπορώ να το ξέρω.
Η χρονολογία στο υπέρθυρο φθαρμένη
Και σε γλώσσα ίσως ακατάληπτη.

Ξέρω μονάχα πως τα θεμέλιά του
Είναι στρώματα από κόκκαλο
Αγίων, πορνών, καλλιμαρτύρων, ηρώων και φαύλων,
Στρώματα από κόκκαλο
Ψαριών και άλλων εναλίων ζώων
Όστρακα αγγείων και ονείρων
Μαζί με αίμα πολύ που έπηξαν και έγιναν ένα.
Γιατί ποταμοί παπαρούνες
Χύνονται από τις γύρω πλαγιές
Διαρρέουν τον κάμπο
Και το πολιορκούν στα στενά με τον ερχομό της ανοίξεως.

Οι άνεμοι και η θάλασσα
Αφρίζουν, φυσούν, αλλά το σεβάζονται.
Και το μαύρο σύγνεφο που τη στέγη του απειλεί
Τα χελιδόνια το ξεσχίζουν με το ράμφος σε λωρίδες
Και με θριάμβου αλαλαγμούς τις διαλύουν
Μέσα στο γαλάζιο του ουρανού.

Το σπίτι δεν είναι παρά ένας εξώστης
Λίγο πιο πάνω από τη γη
Λίγο πιο πάνω από τα κύματα
Διαρκώς αιωρούμενος.
Και μέσα στον καύσωνα, σχεδόν πάντα,
Ο Δυτικός άνεμος έρχεται κινώντας αργά τις πτέρυγές του,
Σαλεύει τις κουρτίνες των δωματίων
Σαλεύει τα γιασεμιά,
Τα κόβει
Και στολίζει το καιόμενο μέτωπο των ενοίκων.
Εδώ γεννήθηκα.


* * *


θ'


ΑΥΤΟ που αρχίζει σε κάποια στιγμή
Κάποια στιγμή θα τελειώσει.
Το χόρτο, το πουλί, το σπίτι, ο άνθρωπος,
Όλα θα πληρώσουν τον φόρο θεάματος
Για τον λίγο χρόνο της παρουσίας τους μέσα στο φως.

Ποιος είναι εκείνος που μπορεί να περπατήσει μέσα στο φως
και να μην έχει στο πλάι του τη σκιά του
Τη μαύρη σκιά του θανάτου;
Ποιο αντικείμενο μέσα στην κτίση μπορεί να υπάρξει
Χωρίς να το ακολουθεί η σκιά του,
Η σκιά που τριγυρίζει τις επιφάνειές του,
Που με το βασίλεμα του ήλιου πληθαίνει
Και το αφανίζει;

Μπορούμε να στηρίξουμε τον άνθρωπο στα πόδια του για λίγο.
Μπορούμε και το σπίτι να στηρίξουμε για λίγο.
Είναι όμως για να δούμε τον ήλιο
Να συμπληρώνει το τόξο της διαδρομής του για λίγες ακόμα φορές;
Ή για να κάνουμε τα ίδια και τα ίδια πράγματα για λίγες ακόμα φορές;
Και τότε ποιο είναι το όφελος;
Ή μήπως μας υπολείπονται ακόμα μερικά σκαλοπάτια
Στην ουράνιο κλίμακα ωσότου φτάσουμε στο πλατύ σκαλοπάτι
Όπου θ’ αποθέσουμε τα τάλαντα της καλής εμπορίας;

Αυτό που αρχίζει σε κάποια στιγμή
Κάποια στιγμή θα τελειώσει.
Μα όσο υπάρχει ο κόσμος αυτός
Κάθε πράγμα που τελειώνει
Γίνεται ο σπόρος που λαχταρά μιαν άλλη ζωή.
Πολιτείες χάνονται, και πολιτείες έρχονται και πάλι στη ζωή,
Οι άνθρωποι πεθαίνουν και οι άνθρωποι πολλαπλασιάζονται,
Και ο αναδασμός της γης δεν έχει τέλος.

Γι' αυτό και όσο υπάρχει ο κόσμος αυτός,
Και δεν φαίνεται στον ορίζοντα ο καπνός που θα καλύψει την ομορφιά του,
Όσο ο ουρανός είναι ακόμα ανοιχτός
Αξίζει και το Σπίτι αυτό να στέκει
Και είναι δίκαιο να υπάρχει
Ως η μόνη καταφυγή των ενοίκων του.

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

[1] Γιάννης Βαρβέρης: Άκυρο θαύμα (Ύψιλον, 1996)


www.biblionet.gr
Χρόνια πολλά
λεν οι ζωντανοί.
Χιόνια πολλά
απαντούν οι πεθαμένοι.


* * *


Ο ΠΑΤΕΡΑΣ 18 ΧΡΟΝΩ


Δεν μπορεί είπαμε
ενώ μπορούσε
πρώτες και δεύτερες
σαράντα μέρες
έτσι είναι είπαμε
ενώ δεν ήταν
χρόνια πολλά
δηλαδή ο καιρός
ώσπου έγινες πια
δεκαοχτώ χρονώ χρόνος
και κανείς δεν μπορεί να μου πει
πως δε σε μεγάλωσα σωστά
πως δεν επέζησα
πως δε συμβιβάστηκα
πως δε σε ξέχασα
αλλά έως εδώ
δε γίνεται άλλο
δώσε ένα σήμα.


* * *


Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ


– Κανείς δε σκέφτηκε ποτέ
πώς άντεξε τόσο νερό
στους ήλιους αιώνων
είπε το ψάρι
εκεί στο μακροβούτι μου.
Η θάλασσα
είν' τα δικά μας δάκρυα στους αιώνες
είπε πάλι· και τότε δάκρυσε
αλλά μπορεί και να μη δάκρυσε
πώς να διακρίνεις
μέσα στο νερό.


* * *


Χιόνια πολλά
λεν οι ζωντανοί.
Χρόνια πολλά
απαντούν οι πεθαμένοι.