Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

[27] Αντώνης Γεωργίου: Πανσέληνος παρά μία (Γαβριηλίδης, 2006)


www.biblionet.gr
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ


Αυτή τη στιγμή απουσιάζω
και θα λείπω καιρό.
Ίσως και μια ζωή.
Αφήστε όμως το μήνυμά σας
μετά τον χαρακτηριστικό ήχο
–δεν είναι λυγμός, δεν είναι–

Μόλις με βρω θα ’ρθω
και θα απαντήσω για όλα.


* * *


ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΜΗΤΕΡΕΣ


Κάποτε μας προστάτευαν αυτοί.
Από τα παλιόπαιδα της γειτονιάς
τον ψευτόμαγκα του σχολείου
τον άδικο δάσκαλο.
Τις πρώτες πρώτες απογοητεύσεις.
Μας κρατούσαν σφικτά από το χέρι στο δρόμο.
Ήταν τόσο μεγάλοι!
Τελικά μεγαλώσαμε κι εμείς.
Εμείς τους προσέχουμε πια.
Τελευταίοι μαθαίνουν τους χωρισμούς μας
τελευταίοι τις αποτυχίες μας
τις αρρώστιες μας σπάνια.
Για τη μοναξιά μας ποτέ.

Κάθε Κυριακή μεσημέρι
στο τραπέζι για ψητό
και κουβεντούλα
«μαμά, μπαμπά, όλα καλά»
γελούμε απλόχερα
και φεύγουμε νωρίς
πριν προλάβουν να μας δουν καλά καλά.


* * *


ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ


Οι άντρες που τρώνε σουβλάκια στην πλατεία των λεωφορείων,
ένας ξανθός τουρίστας,
ο ταμίας στο μικρό κατάστημα στην πινακοθήκη,
στο μαγειρείο, λουβί, κουκιά, σουβλάκια, κουβέντα
«μάστρε ένα νερό»,
στέρεα πόδια κάτω από το κοντό παντελόνι,
αρπάζει το μπουκάλι ωραία,
ρίχνει μια ματιά και η συζήτηση ξεφτίζει
το παιδί στην ψησταριά στην αρχή της λεωφόρου,
ένας βιαστικός με γραβάτα και ιδρωμένο μέτωπο,
ο αδερφός του φίλου,
ο νεκρός απο το ατύχημα,
η φωτογραφία του σε όλες τις εφημερίδες,
το γκαρσόνι στο μπαράκι,
ο οδηγός του βαν, το σταματημένο στα φανάρια τροχαίας,
τον βλέπει τακτικά στο γυμναστήριο,
εκείνος ο άλλος,
ο μικρός στο γυμναστήριο με την αυθάδεια της εφηβείας του
 

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

[26] Τάσος Καπερνάρος: Οσημέραι (Κέδρος, 1997)


ΤΟ ΦΟΡΤΗΓΟ


«Να μιλήσουμε για τον Χριστό»
προτρέπει το σπιρίτσουαλ
που ξεχύνεται από το ναό
του απέναντι διαμερίσματος.

Όχι. Να μιλήσουμε για φορτηγά
που διασχίζουνε με χάρη τις πλατείες
και τους φιδίσιους δρόμους.
Να μιλήσουμε για φορτηγά
που δεν φοβούνται σταυροδρόμια, τούνελ
σκοτεινούς σταθμούς.
Για φορτηγά
που κάποτε πεθαίνουν
στων λεωφόρων τις άδειες όχθες.
Προ πάντων όμως να μιλήσουμε για κείνα
που μεταφέρουν εμπορεύματα
– και τι εμπορεύματα, Χριστέ μου! –
στων απομακρυσμένων επαρχιών
τα ανυπόμονα, τα ντροπαλά κορίτσια.

Καλσόν φτιαγμένα από σύννεφα
μεταξωτά εσώρουχα
– βρακάκια ροζ, σουτιέν π’ ανοίγουν από μπρος
αφήνοντας τα ωραία στήθη
αιφνίδια να προβάλλουν στον καθρέφτη –
ζαρτιέρες μαύρες και νυχτικές
αραχνοΰφαντες
που κρύβουνε μονάχα τη δροσερή κοιλιά
και τ’ απαλό το χνούδι
του τριγώνου.
Γόβες, που βράδια μαγικά
θα γίνονται ποτήρια για ηδύποτα,
πόρπες, κραγιόν και σύνεργα άλλα
που του κορμιού τη γοητεία επαυξάνουν.
Κι εκτός αυτών
σαπούνια αρωματικά
σε κούτες χαρτονένιες
και μπουκαλάκια με λογής αρώματα
προορισμένα όλα για να τρυγηθούν
από τα λαίμαργα των κοριτσιών τα μάτια

που λάμπουν ήδη στο μυαλό του οδηγού
και λησμονεί ο δύστυχος
του φορτηγού τα φρένα...

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

[25] Ηλίας Κεφάλας: Σκοτεινός μαγνήτης (Άλως, 1989)


www.biblionet.gr
ΟΠΩΣ


Όπως ο ποταμός
ψάχνει για τους ναυαγισμένους
Όπως η άνοιξη
πυροβολεί ένα έρημο λιβάδι
Όπως ο ήλιος
χτυπά το μέσα κρύσταλλο της πέτρας
Όπως το χιόνι
γυρεύει το χαμένο του αίμα
Όπως το μάτι του τρελού
φτεροκοπάει μέσα στον καθρέφτη
Όπως ο πεθαμένος
ψάχνει τα βήματά του στο διάδρομο

Όπως κοιμήθηκε ο μικρός στρατιώτης
στο νυχτωμένο τρένο
και ξέχασε όλους τους σταθμούς


* * *


ΤΟ ΚΟΡΜΙ


Το κορμί ξεντύνεται στο δρόμο
Τα φθαρμένα του ρούχα

Σκόνες του ταξιδιού
Φύλλα του ανέμου
Μικρά χαμένα σημειώματα

Το κορμί γυρίζει
Τις μεγάλες άδειες τσέπες
Δρασκελάει τα όνειρα
Αφαιρεί την καρφίτσα του χρόνου
Την κονκάρδα της άνοιξης

Το κορμί γυμνό
Σκύβει πάνω στο χώμα
Αφουγκράζεται ήσυχα
Το θαμμένο ρολόι
Με τα δάχτυλα ψάχνει
Την αθέατη ώρα

Το κορμί κατεβαίνει σαν ρίζα
Ταξιδεύει βαθιά
Και με δάκρυ ποτίζει
Τη σιωπή του ορείχαλκου

Το σπασμένο γραφίτη της μοίρας


* * *


Ο ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟΣ ΚΑΦΕΣ


Και οι εργάτες πίνουν τον απογευματινό
        καφέ τους
ωραίοι και καθαροί μέσα στα ήσυχα συνοι-
        κιακά καφενεία
λίγος ασβέστης ξεμένει ακόμα στην άκρη
        των χεριών
λίγα χνούδια στο γείσο του καπέλου
αλλά εύκαμπτοι και με λεπτούς τρόπους
        πίνουν τον καφέ
διπλώνουν την εφημερίδα αερίζουν το στέρνο
ξεχνιούνται στ’ ανοιχτό παράθυρο ενώ θυ-
        μούνται
πως είναι πάντα βέβαιο κι ολιγαρκείς

Και οι εργάτες πίνουν τον απογευματινό
        καφέ τους
αισιόδοξοι πάντα και θαρραλέοι στη ζωή
μα έρχονται φορές κάτι υγρά σαββατοκύριακα
που μαρμαρώνουν στα καφενεία σαν αγάλματα
απλανείς κι έντρομοι οι δυνατοί εργάτες
ακούν βαθιά μέσα στα μάτια τους
τη σκαλωσιά να τρέμει των ονείρων
 

Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

[24] Γιάννης Κοντός: Ο αθλητής του τίποτα (Κέδρος, 1997)


www.biblionet.gr
ΑΠΟΥΣΙΑ


Απογευματάκι Ιανουαρίου,
δεν στρίβω γωνίες, αλλά παραπατάω
σε ευθείες. Σκέπτομαι τους πεθαμένους
ποιητές, που δεν βλέπουν αυτές τις ώρες:
το φως να κάθεται στα δέντρα
και να συγκρατεί τις αναμνήσεις·
τον καφέ εσπρέσο με το τσιγάρο·
τον σκούρο ουρανό και κάπου αλλού
να βρέχει. Θα φορούσαν βαρύ παλτό,
κασκόλ, και θα βάδιζαν γρήγορα
μη τους πιάσει η μπόρα.
Σε μια βιτρίνα καθυστερούν
και κοιτάζουν τα ρούχα της εποχής.
Θυμούνται τα ραντεβού τους
και τη ροή του έρωτα.
Τέλος πάντων, είναι άνθρωποι
και γυρίζουν σπίτι.
Όλα όμως τα παραπάνω
και άλλα πολλά τα γράψανε
στα παλιά τους τα παπούτσια
και πέθαναν.

Κυριακή, 18 Αυγούστου 2013

[23] Λεύκιος Ζαφειρίου: Η θλίψη του απογεύματος (Μεταίχμιο, 2007)


www.perizitito.gr
ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΑ


Μέσα στο πούσι
έρχεται από πολύ μακριά
δίχως τη στέγη,
με τα περιστέρια στο γείσο –

είναι το ξυπόλητο παιδί
με τη σπασμένη φυσαρμόνικα
που περνάει στον δρόμο·

είναι το πέτρινο σπίτι με τ’ άδεια
δωμάτια κι οι παράξενες αγελάδες
που έχουν μετακινηθεί
μέσα στην ομίχλη

είναι τα παράθυρα χωρίς
πλαίσιο στο πέτρινο σπίτι
με τα περιστέρια στο γείσο·

είναι το παιδί που δεν βλέπει
με τη φυσαρμόνικα
χωρίς ήχο –

απαγορεύεται η μουσική
και το εμβατήριο της θλίψης
έτσι καθώς διασχίζει τον δρόμο
με το πέτρινο σπίτι
ο μικρός Ζαχαρίας
μόλις δύο ετών·

ενθάδε κείται
στο κοιμητήριο Ριζοκαρπάσου.

                                      6.12.2004


* * *


 Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

                                Στον Λευτέρη Παπαλεοντίου

Είναι το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο
στην Αγία Τριάδα
με τις ετοιμόρροπες αίθουσες διδασκαλίας

είναι οι άδειοι μαυροπίνακες
και το πέτρινο συντριβάνι
χωρίς νερό
στην αυλή του·

μόνο ο μικρός ποδηλάτης
ανεβαίνει
στους έρημους δρόμους
πατώντας τα πετάλια του χρόνου
μέσα στη θλίψη του απογεύματος –

πλάι στις ξύλινες αγελάδες
που κρύβουν το ψηφιδωτό δάπεδο
με τα γεωμετρικά σχήματα
και τ’ άνθη από υακίνθους

κανείς δεν το βλέπει
έτσι που ανεβοκατεβαίνει μέσα στους έρημους δρόμους
το παιδί με ξανθά μαλλιά
που τ’ ανεμίζει
ένας θλιβερός άνεμος

                                                                             21.1.2005


* * *


ΤΡΙΚΩΜΟ, 9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1967

                                                 Στον Κώστα

Θυμάμαι εκείνον τον φαντάρο
με το σχισμένο μπερέ
που έφτιαχνε νεκροκεφαλές.

Αδειούχοι και μόλις
είχαμε επιστρέψει απ’ την Αμμόχωστο.
Σ’ έναν σύλλογο εθνικοφρόνων
του χωριού
στο ραδιόφωνο έπαιζαν
άσματα λαϊκά.
Πήρε να νυχτώνει
κι ο Σάκης είπε να μην αργήσουμε –

Άρχιζαν οι ειδήσεις
σταθήκαμε στην είσοδο –
κάτι με απειλές
για εισβολή
κι η άλλη είδηση στο τέλος

«εδολοφονήθη εις Βολιβίαν
ο τρομοκράτης Ερνέστο Τσε Γκεβάρα».

Δεν ήξερα πως ύστερα από χρόνια
επιστρέφοντας σ’ αυτό τον κερματισμένο τόπο
με τα ερειπωμένα καταλύματα
της Μοίρας Πεδινού Πυροβολικού
θα ξόρκιζα την πίκρα μου
με την ανάμνηση
κοιτώντας τη μορφή του
στα φανελάκια των παιδιών.
 

Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2013

[22] Διονύσης Σαββόπουλος: Βρώμικο ψωμί (Lyra, 1972) [μουσικό άλμπουμ]


από το εξώφυλλο του δίσκου
ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ


Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια και με τους φίλους τους παλιούς
τριγυρνάμε στα σκοτάδια κι όμως εσύ δεν μας ακούς

Δεν μας ακούς που τραγουδάμε με φωνές ηλεκτρικές
μες στις υπόγειες στοές
ώσπου οι τροχιές μας συναντάνε τις βασικές σου τις αρχές

Ο πατέρας μου ο Μπάτης ήρθε απ’ τη Σμύρνη το είκοσι δυο
κι έζησε πενήντα χρόνια σ’ ένα κατώι μυστικό

Σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί
έλεγε ο Μπάτης μια Κυριακή
κι οι πόθοι τους ακολουθούνε υπόγεια διαδρομή

Χθες το βράδυ είδα ένα φίλο σαν ξωτικό να τριγυρνά
πάνω στη μοτοσικλέτα και πίσω τρέχανε σκυλιά

Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα βάλε στα ρούχα σου φωτιά
βάλε στα όργανα φωτιά
να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα η τρομερή μας η λαλιά


* * *


Η ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ΛΕΞΙΣ


Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δεν θα με περιμένει
οι δρόμοι θα ’ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη
τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι
αέρας θα με παρασέρνει κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή

Κι ο ήλιος θ’ αποκοιμηθεί μες στα ερείπια της Ολύνθου
θα μοιάζουν πράγματα του μύθου κι οι φίλοι μου και οι εχθροί
μαρμαρωμένοι θα σταθούν οι ρήτορες κι οι λωποδύτες
ζητιάνοι εταίρες και προφήτες μαρμαρωμένοι θα σταθούν

Μπροστά στην πύλη θα σταθώ με τις κουβέρτες στη μασχάλη
κι αργοκουνώντας το κεφάλι θα χαιρετήσω το φρουρό
χωρίς βουλή χωρίς Θεό σαν βασιλιάς σ’ αρχαίο δράμα
θα πω τη λέξη και το γράμμα μπροστά στην πύλη θα σταθώ

Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2013

[21] Κώστας Παπαθανασίου: Πέτρινα πουλιά (Οδός Πανός, 2006)


ΝΤΕ ΚΙΡΙΚΟ


Στις άδειες πλατείες
Αόρατο χέρι γεωμέτρη
Γυναίκες δίχως πρόσωπο
Να περιμένουν

Φόβοι αρχαίοι ρίχνουν σκιά
Στην πόλη της σιωπής
Στο μάτι τού μάντη άσπιλα
Την απειλή φωτίζουν

Δίπλα στο άγαλμα μπανάνες
Κι ο ποιητής χωρίς χέρια
Χωρίς πόδια για να προχωρήσει

Κάποτε και το μέλλον ασφυκτιά
Στ’ αφηρημένα σχέδια των τρελών

Θέλουν οι μέρες να ξεφύγουν
Σαν άγρια άλογα που καλπάζουν
Αμέρωτα στην ακροθαλασσιά


* * *


ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ


Όλοι περίμεναν
Την τρομερή κάθαρση
Που θα έφερνε
Η καινούργια μέρα
Το σκοτεινό μυστήριο θα ’λυνε
Μ’ ένα σπαθί-σταυρό
                                 ο εκδικητής ήλιος
Εμείς όμως
Δεν αντέχαμε τόση διαφάνεια
Θέλαμε τα μύχια μας
Όπως τα φανταζόμασταν να κρατήσουμε
Φυλαγμένα με ιερή προσοχή
Ρημαγμένα
Πίσω απ' το μυστικό σκοτάδι


* * *


Ο ΜΑΓΟΣ


Μετά από τόσες
Αποτυχημένες προσπάθειες
Ν’ αλλάξει τον κόσμο
Άγγιξε το κεφάλι του
Με το μαγικό του ραβδί
Ξεστόμισε ένα ακαταλαβίστικο ξόρκι
Κι εξαφανίστηκε

Παρασκευή, 9 Αυγούστου 2013

[20] Χριστόφορος Λιοντάκης: Ο Μινώταυρος μετακομίζει (Γνώση, 1982)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «ΤΟ ΧΑΣΜΑ»]


ΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ


Φως ή σκοτάδι
τα δέντρα στάζουν τρόμο.
Ο καιρός τα τσιγάρα το πρωτάθλημα
τροφοδοτούν διαλόγους.
Κάποτε συμβαίνουν και τυχερά
που εξαντλούνται σε λέξεις
και πράξεις της μιας χρήσεως.


* * *


[από την ενότητα «Ο ΧΑΝΔΑΞ»]


Ο ΡΟΛΟΣ [απόσπασμα]


6

Για πέντε χρόνια μισθοφόρος
συμφωνείς χωρίς να συμφωνείς
θα προτιμούσες να κυβερνάς πορνείο.
Στο μικρό σου δάχτυλο
λευκό μεγάλο νύχι
στάζει ξυλοδαρμούς
το γκρίζο σου με το πολύχρωμό τους
δεν γίνεται να το ανταλλάξεις.
Κλέβοντας τον ίλιγγο
ξεπλένεις τη συμμετοχή σου
και σπέρματα παλίμψηστα ξενοδοχείου.


*


ΣΥΝΑΘΡΟΙΣΘΕΝΤΕΣ ΕΝΘΑΔΕ [αποσπάσματα]


3
Μέσα το ανίατο κέρδος
ιδρώνοντας ο ήλιος
στις πόρτες του καθρέφτη
στοίχημα, αραίωσε το μπλε.

5
Ήχος από σκουριά
παλιό το νόμισμα στα δόντια
και τα παιδιά μιλούσαν στο βαρέλι
άδειο.

8
Ασπράδι αυγού το παρελθόν.


*


ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΓΥΜΝΑΣΤΗΡΙΟ [αποσπάσματα]


2
Έρχονταν σώματα στην τελετή
λάμψη από άλλο σχήμα
χωρίς να εκτοπίζουν τον αέρα
ερεθίζονται
δίνουν τη μάχη με τη βία της σιωπής
στο τελευταίο μέτρο
το δέρμα ξεπερνά το λόγο.

9
Δεν πέρασαν φωνές τους
τις σανίδες με το γυαλιστερό βερνίκι
μείναν στη μωβ κορδέλα που περίσσευε.

12
Μυστικό μισό της σελήνης
που συνοψίζεις νοσταλγία
σε υδάτινους καθρέφτες.

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

[19] Πάμπος Κουζάλης: Ραπτός λόγος (Παράκεντρο, 2003)


www.poiein.gr
ΣΩΜΑ ΣΤΕΝΟ


Με στενεύει πολύ αυτό το σώμα
Ξέρω,
δεν γίνονται αλλαγές
μετά παρέλευσιν επτά ημερών
Κι εγώ
κοντά σαράντα έτη
απομακρύνομαι ολοταχώς
απ’ το ταμείο

Έχω απολέσει την απόδειξη
Πώς να διακρίνω
το νιογέννητο κλάμα
που μου το κύκλωσαν
τόσες κραυγές;

Με στενεύει πολύ αυτό το σώμα
Όσο μακραίνουν οι δρόμοι
πληθαίνουν τ’ άσπρα χαλικάκια
της επιστροφής
Κι οι τσέπες
ολοένα μικραίνουν


* * *


ΤΟΥ ΣΟΛΩΜΟΥ


Χρησιμοποιώ ανελλιπώς
όλα τα στιλβωτικά της μνήμης
Η κόψη του σπαθιού
η τρομερή
μου έχει πληγιάσει
αμέτρητα πανιά της σκόνης

Της αγοράς τα βέλτιστα
λευκαντικά της μνήμης
επικαλούμαι
Μα όσο κι αν πλένω
στο γλυφό νερό
τη μαύρη φορεσιά του Αυγούστου
αιματογράφημα ανεξίτηλο
η ριπή
δεν λέει να σβήσει

Και κείνη η τρύπα στο γιακά
από την καύτρα του τσιγάρου
Όλο τη μπαλώνω
κι όλο φλέγεται


* * *


ΕΞΟΔΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΥ


Ώρες ατέρμονες
περπάτησα εντός μου
Δεν με παρέσυρε η Κρίση
στο ημίφως των παρόδων
Κι ούτε της Μνήμης
τον καφέ παρηγοριάς
καταδέχτηκα
Στην κεντρική μονάχα λεωφόρο
πλανήθηκα

Στην πίσω πόρτα
ο κίνδυνος
ημίγυμνος
με το χέρι στο μαντάλι
απειλεί να λευτερώσει
ισόβιους πόθους
Παίρνω φόρα
διαπερνώ το αγκάλιασμά του

Έκτοτε ανεγείρεται
τιμής ένεκεν
σε κάθε νεοφώτιστο σώμα
σεσημασμένη μια έξοδος κινδύνου


* * *


ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ


Μη ράβεις με διπλή κλωστή
τις υποσχέσεις
Θα σωθεί
και πώς θα καρικώσεις
τη συγνώμη

Σάββατο, 3 Αυγούστου 2013

[18] Γιώργος Μαρκόπουλος: Οι πυροτεχνουργοί (Εγνατία, 1979)


www.biblionet.gr
ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ


Τα βράδια οι διαβάτες
Περνούν μέσα από τα πάρκα για να κόψουν δρόμο.

Εμείς, τους βλέπουμε.
Ή, μάλλον, βλέπουμε την καύτρα του τσιγάρου τους.


* * *


ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ
                                                                 Στον Κώστα Νικολάκη


Το βράδυ, μαζεύεις ξύλα για το τζάκι.

Και το πρωί, α το πρωί, τι πικρή που είναι η ζωή
όλο με τις στάχτες.


* * *


ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ, Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ, ΝΑΥΑΓΙΑ


Το χέρι μου στα μαλλιά σου
φίδι που γυρνάει στη φωλιά του αφού έκανε κακό.


Η ψυχή μου
ελαφρώς λερωμένη σαν άσπρο κοστούμι καλοκαιρινό.

Πάνω από τα ναυάγια ο ήλιος ξεπρόβαλε κουρασμένος.


* * *


ΟΙ ΛΥΚΟΙ
                                                                 Στο Γιάννη Μανωλιδάκη


Οι λύκοι δεν κατοικούν στα βουνά.

Τριγυρνάνε στις πόλεις την άνοιξη ανάμεσα στο αμέριμνο πλήθος.

Οι λύκοι σε παρακολουθούν τα βράδια που είσαι μόνη.

Μην τρομάξεις, ποτέ δεν θα τους δεις.

Όμως όταν γυρνάς «πιομένη την αγάπη»
σκέψου μια στιγμή τους λύκους.

Όχι για τίποτα άλλο,
αλλά ακριβώς
γιατί ποτέ δεν πρόκειται να τους πάρεις είδηση στο διάβα σου.