Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

[57] Σπύρος Λ. Βρεττός: Τραγωδία (Καστανιώτης, 1995)


thebest.gr
Η ΝΟΣΟΚΟΜΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ

                                                     Στη θεία Σοφία

Σε χαμηλό σπίτι έκρυβες τα κλειδιά,
τα κλείδωνες
κι ύστερα έχανες και τ’ άλλα,
κι έμεναν έτσι κλειστά τα δωμάτια,
το τηλέφωνο από μέσα έσπαγε τους τοίχους.

Κάποτε και δίχως απορία,
λες και το περίμενες
ή σα να το θυμόσουν πάντα,
έβρισκες επάνω σου κάποια κλειδιά
περασμένα στο σώμα σου σαν πιστόλι
– περίεργα πράγματα που συμβαίνουν επάνω σου,
στου σώματος το κλειδωμένο σου συρτάρι.

Και τέλος πάντων έλεγες
και ξυπνούσες κι εσύ
γιατί έβγαιν’ ο ήλιος·
μετράς όμως στα δάχτυλα τέτοια πρωινά,
γιατί συνήθως σ’ έτρωγε το σκοτάδι,
γιατί νοσοκόμα της νύχτας ήσουνα,
λες και τάχθηκες
για να ξορκίζεις το μαύρο.

Θάλαμοι μετά στη σειρά
όπου για πάντα μέσα τους
λευκό αερικό σεργιάνιζες
τους ματωμένους επιδέσμους,

αυτούς
που αργότερα έμελλε
να δέσουν και να περαστούν
στα άπειρα κλειδιά σου,

αυτούς
που ξέφτισαν
και σαν ουρές
από τα κλειδωμένα σου συρτάρια
περισσεύουν.


* * *


ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ


Εκεί όπου το σώμα σου έφυγε
–μια κουρασμένη ανάληψη
μέχρι τα κεραμίδια–
ίσκιος τώρα περίεργος
σα να ξεκολλούν σκοτάδια.

Βάζω τα χέρια μου
και κόβονται.
Πριόνια πάνε κι έρχονται
εκεί που άλλοτε το σώμα.
 

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

[56] Νάσος Βαγενάς: Πεδίον Άρεως (Γνώση, 1982 [2η έκδ.])


www.kapodistriako.uoa.gr
[από την ενότητα «ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ»]


Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ


Ήταν η ώρα σου να βγεις. Μα εσύ δε βγήκες.
Δεν ήρθες καν στο θέατρο. Κάθησες σπίτι
κοιτάζοντας τα δέντρα απ’ το παράθυρο. Ή γυρνώντας
βαριεστημένος στ’ άλλο πλευρό
πριν σε πάρει ο ύπνος.

Κι αυτοί να παρακολουθούν αμίλητοι.
Ν’ αναρωτιούνται τι συμβαίνει. Να κοιτάζονται
με απόγνωση για τα εμφανή κενά.
Για τις απρόβλεπτες σιωπές και παύσεις.


*


Η ΠΑΡΤΙΔΑ

                                       Στον Κώστα Στεργιόπουλο

Πώς να σε κερδίσω.
Με παίζεις όπως θέλεις. Και μου παίρνεις
έναν-έναν τους στρατιώτες. Μου κυκλώνεις
τους πύργους. Τ’ άλογά μου έχουν τρομάξει
και τριγυρνούν εδώ κι εκεί χαμένα.

Μα πώς να σε κερδίσω. Που ακόμα
κι αυτή η βασίλισσά μου ξεπορτίζει.
Και με προδίνει αδιάντροπα μέσα στα χόρτα
με τους στρατιώτες και τους αξιωματικούς σου.


* * *


[από την ενότητα «ΠΕΔΙΟΝ ΑΡΕΩΣ»]


Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

                                   Στον Κίμωνα Φράιερ

Αυτό το ποίημα τρίζει.
Είναι ο νεκρός που έθαψα με τόσο κόπο.
Τα γένια του φυτρώνουν
μέσα απ’ τις λέξεις.
Τα νύχια του μεγαλώνουν
με κρότο.

Τη νύχτα με ξυπνά
βογγώντας.
Παλεύοντας να βγει
έξω απ’ το ποίημα.


*


 ΩΔΗ
(απόσπασμα)


Πατρίδα είναι το σκοτεινό κελί. Το ξεσοβαντισμένο.

Πατρίδα είναι ο ανάπηρος στη δημοσιά. Και το κομμένο
       πόδι στο μουσείο.
Ο θάνατος εισπράκτορας στο πρωινό λεωφορείο.
Ο κόρακας που ξέβαψε στην αντηλιά. Η καβαλίνα στο
       χορτάρι.
Η γριούλα στο σκουπιδοτενεκέ και το σκυλί στο μαξιλάρι.
Πατρίδα είναι τούτο το κορμί. Τα γόνατα που δεν προσμένουν.
Η εκκλησία με το σακάτη άγιο. Τα δέντρα με τους κρεμα-
       σμένους.
Τα ρημαγμένα πλήθη της ζωής. Τα ρημαγμένα πλήθη του
       θανάτου.
Ο ανδριάντας του Βελεστινλή και ο ανδριάντας του Μαυρο-
       κορδάτου.
 

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

[55] Μαρία Περατικού: Ταναφόρμια (2003)


www.biblionet.gr
ΚΕΝΑ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ


Θρηνώντας
την επιλογή της απαλλαγής
ταξίδεψα
Αποποιήθηκα του παρελθόντος
τους γκρίζους μανδύες
Μπόλιασα τα τετελεσμένα
νήστεψα τα νιόγεννα
κι αποφάσισα τ’ ανθεστήρια
Αποχαιρετισμός
Ελλείψει προσώπων
Ελλείψει ψυχών
Συγκλονιστική συνάντηση
ξενικής χειραψίας
απουσία φορτωμένη
Κενά γεγονότων
καθαίρεση αισθημάτων


* * *


ΑΚΟΥΣΤΑ...


Ανώνυμη απελπισία Γυναίκας
που απλώθει τους πόνους
σε παράφορη προδοσία
Πολυξένη Τρωάδα θυσιάζεται
στο θάνατο του Αχιλλέα αντίτιμο
Τρομαγμένη του πόθου Συνάντηση
ανακαλεί τις ανταλλαγμένες Σιωπές
υλικά αντοχής το μεταίχμιο
ανταλλάξιμου έρωτα
μετατρεπόμενου
σε εμπειρία ανακαινίζουσα
Αποκαλύπτουσα ανυπαρξία
προειδοποίηση Γλυτωμού
σαράκι αναπόλησης

Επιτρεπόμενη
η ερμηνεία στη μοίρα μας
 

Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

[54] Νίκος Λάζαρης: Τα δέντρα τρέχουν βιαστικά (Ηριδανός, 1985)


www.tharrosnews.gr
ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ


όπως ένα υπόγειο που με την πρώτη βροχή
πλημμυρίζει νερά,
όπως το τσαλακωμένο πουκάμισο
ενός μοναχικού άντρα που τραυλίζει
μπροστά στην ομορφιά,
όπως το φως του γραφείου τελετών,
όπως το εσώρουχο γερασμένης γυναίκας
που το πήρε ο άνεμος από την ταράτσα
και το κρέμασε στα κλαδιά της αμυγδαλιάς,
όπως οι προτομές που αλλάζουν αθόρυβα
θέση στο πάρκο,
όπως το πλοίο των ψυχών σκοτεινό
διασχίζοντας τα νερά,
όπως τ’ αόρατα χέρια
που ανεβάζουν τις Ακροπόλεις στον ουρανό,
όπως οι μορφές αυτών των ανθρώπων
ακίνητες και παγωμένες
στο παράθυρο ενός – φανταστικού – οχήματος
που έχει χάσει τον προορισμό του από καιρό.


* * *


ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΤΡΕΧΟΥΝ ΒΙΑΣΤΙΚΑ


Ένας άντρας τώρα είναι μαχαίρι
είναι καρφί, είναι κοντάρι
μια γυναίκα γυμνή είναι λίμνη,
είναι λειμώνας, είναι ουρανός
ένα παιδί χωρίς ομπρέλλα στη βροχή
είναι τρένο και στις ράγες του χρόνου
ταξιδεύει.
       Ξημερώνει.
Τα δέντρα στην πλατεία
τρέχουν όλα βιαστικά.
Και ακούω μέσα απ’ τους αιώνες
άλλη μια φορά να πλησιάζουν
των νικημένων τα βήματα.


* * *


ΣΩΜΑΤΙΚΑ


          1

Πίσω από ένα σωρό
σπασμένα μπουκάλια,
έκπληκτο το σώμα σου.
Με όλα τα παράθυρά του
ανοιχτά,
χωρίς λόγο φωταγωγημένα.


          2

Μπαίνω στο σώμα σου
και βγαίνω
στον ανθισμένο σου
ουρανό.


          3

Μες στων περαστικών
τα σώματα,
πολλοί νεκροί
από καιρό πεθαμένοι.


* * *


ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ
ΣΑΝ ΕΝΑΣ ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΚΛΕΙΣΤΟΣ


Από μελλοντικές συμφορές
μου γνέφουν
τα τρομαγμένα μάτια
ενός παιδιού.
 

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

[53] Τίτος Πατρίκιος: Η αντίσταση των γεγονότων (Κέδρος, 2001)


www.biblionet.gr
Η ΚΥΡΙΑ ΜΕ ΤΑ ΓΑΛΑΖΙΑ


Όταν χαμηλώνει τα μάτια
γερνάει κατά δέκα χρόνια.
Το σαγόνι εξαφανίζεται
τα μάγουλα κρέμονται άδεια
το μέτωπο φαρδαίνει όπως μάσκας
τα μαλλιά δείχνουν αραιά
τα φρύδια ενισχυμένα με κραγιόνι.
Όταν σηκώνει τα μάτια
κερδίζει αμέσως εννέα χρόνια
όλα φωτίζονται με φως
μιας επιστρέφουσας νεότητας
κάθε ατέλεια σβήνει.
Ανάμεσα σε δύο κινήσεις των ματιών
έχει χαθεί ένας χρόνος.


* * *


ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

                                                    Στον Νίκο Παπαδόπουλο

Μένουν θαμμένα τόσα απ’ αυτά που ζήσαμε
κι απ’ τα βαριά κι από τ’ ασήμαντα.
Η μνήμη σαν να καταπιάνεται
με χωματουργικές εργασίες
στα πεζοδρόμια αυτής της πόλης.
Αρχίζει κάθε λίγο καινούργιες εκσκαφές
και καταλήγει σ’ επιχωματώσεις.


* * *


Η ΔΙΑΔΟΧΗ


Η νύχτα που φεύγει
ίσως αφήνει πίσω της
πιο ασπρόμαυρη τη μέρα.
Η μέρα που ζυγώνει
μπορεί και να δείξει ασημιές
κάποιες πτυχές της νύχτας.
Βέβαια είναι γνωστά όλα αυτά
μα τι μεγάλη απόλαυση
πάλι ν’ ανακαλύπτεις
τη νύχτα και τη μέρα
ακριβοδίκαια μοιρασμένες
να βάζουν χωρίσματα στη ζωή μας
να σκοτεινιάζουν κι άλλο τα περάσματα
να τα φωτίζουν ξαφνικά.
Πέρα από τους στημένους φωτισμούς
πέρα από τα τεχνητά σκοτάδια
αφήνομαι να ξεχαστώ
μες στην αθόρυβη διαδοχή τους.
 

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

[52] Γιάννης Σκληβανιώτης: Μια φέτα φεγγάρι (Καστανιώτης, 1995)


www.kastaniotis.com
Η ΟΦΕΙΛΗ


Κατά την αποχώρηση οι θεατές
συναποκόμισαν τις προσωπίδες και τους κοθόρνους
Ήσαν ειπώθηκε δυσαρεστημένοι
απ’ τις αργές κινήσεις του ποδιού

που χάραζε στο χώμα
της οφειλής τους κύκλους

Αν και όλα σκηνοθετημένα
κρατώ ένα ζευγάρι κάλτσες
για μια αξιοπρεπή έξοδο απ’ την ορχήστρα.


* * *


ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ


Μες στην πρωινή βροχή
ρυθμικός κι αξεδιάλυτος ψίθυρος κλειστών σπιτιών
σου έδειξα
στο πάρκο που προσπερνούσαμε
τη μοναξιά των δέντρων

Πέρ’ από τα βρεγμένα φύλλα της καστανιάς
λαξεμένος λίθος μόνος

άφηνε να τρέχουν οι σταγόνες της βροχής
αδιάκριτες στο πρόσωπό του.
 

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

[51] Κώστας Ρεούσης: Ναρικατέ, μια γυναίκα που δεν υπήρξε (Φαρφουλάς, 2013)


www.palo.gr
[αποσπάσματα]


Κάθε φορά στο όνομά της
Μία άγρια τρυφερότητα ανεβαίνει και πολιορκεί
Την κατεστραμμένη οδοντοστοιχία
Δονούνται τα γράμματα κι οι λέξεις πολεμούνται
Όλα συνθλίβονται στους ποταμούς της ρέουσας λάβας
Η έκρηξη ενός αβυσσαλέου ηφαιστειογενούς
Θαλασσινού ασπασμού και η ανάδυση
Ενός απεγνωσμένου άναρχα
Κρατήρα


*


Η βραδυπορούσα κίνηση
Ο ρυθμός της αφέλειας
Το ασίγαστο πάθος


*


Τον κέντριζε
Στις μεταβάσεις
Να σκοτώνει
Το χρόνο που απέδιδε
Στις αποστάσεις που διένυε


*


Μεσημεριανή παρουσία
Ύμνος στον εναγκαλισμό της πυράς
Όταν επιστρέφοντας την αναχώρηση ο κάτοικος
Βαδίζει αγέρωχα ηττημένος
Την εγκαθίδρυση της αυτοκρατορίας
Του σκοτωμένου αίματος

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

[50] Αναστάσης Βιστωνίτης: Έδαφος (Νέα Πορεία, 1981)


www.biblionet.gr
ΑΣΚΗΣΗ


Αυτή την ώρα είμαι ένα πρόσωπο βουβό
κι ας υποκρίνομαι τον ομιλούντα.
Παίζω με το χρόνο, τον ιδιωτικό μου θάνατο.

Ασυγκίνητοι όλοι, οικοδομώντας
θεωρίες συγκινήσεων, μικρά θλιβερά φαντάσματα.

Υπάρχουν οι λέξεις που μας ορίζουν.
Προτιμώ να παίζω με τις λέξεις —
καμιά φορά σε κάνουν να ξεχνάς το αίμα.

Αφαιρώντας το περίγραμμα του εαυτού σου
τι μένει; Καταφθάνουν οι ειδήμονες.
Αόριστα εικάζεται η αλήθεια.
Αντιτάσσεις σφραγισμένα χείλη στον εμπαιγμό.
Ασκητεύεις μέσα σ’ ένα θηριώδη κόσμο.


* * *


ΜΕΤΑΦΟΡΑ


Ξαναβλέπω μετά από χρόνια τ’ αστέρια.

Νύχτα ασέληνη, μητέρα των τεράτων,
ουρανός γεμάτος στροβίλους,
ηλεκτρικά ποτάμια, κοιλάδες,
ίσκιοι του πυρετού κι ορύγματα
στην πίσω μεριά του κρανίου·
έρχονται άσπρες εικόνες
—το αραιό χρώμα των ψευδαισθήσεων.

Καλοκαίρι γεμάτο μούχλα και τσιγάρα
και μόνο σκουπίδια εδώ και πενήντα χρόνια.

Η φωνή σου, η αναπνοή σου, λεπτή
γραμμή της αράχνης κι η ψυχή σου
έντομο κρεμασμένο στο κενό.

Μέσα μου τρέμει μια γριά φαντασία.
 

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

[49] Γιώργος Ξ. Στογιαννίδης: Η απειλή (Σκαπτή Ύλη, 1974)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ»]


ΤΑ ΘΡΥΨΑΛΑ


Με μια αδέξια κίνηση
έσπασα τον καθρέφτη που ξυριζόμουν
γεμίζοντας το κορμί μου μικρά μικρά
γυάλινα θρύψαλα.
Δεν είμαι πια μόνος, καθρεφτισμένος σ’ άπειρα μόρια
χαίρομαι τ’ οδυνηρό μου κομμάτιασμα.
Όμως πόσο θ’ αντέξω;
Κάποτε, θαρρώ πως με παρακολουθούν
τα διαμελισμένα μου μέλη
κι αυτό με τρομάζει.
Μου θυμίζει εκείνους με τα μαύρα γυαλιά
που ελέγχουν την κάθε σου κίνηση.

Όχι, προτιμώ τον ακέραιο εαυτό μου.
  

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

[48] Κώστας Στεργιόπουλος: Αλλαγή φωτισμού (Κέδρος, 1984)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «ΑΝΑΒΟΣΒΗΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΦΩΣ»]


12


Διάλεξα το κορίτσι με το σημάδι στο πρόσωπο,
προσπερνώντας όλες τις άλλες μ’ ένα βλέμμα.
Μάτια πονηρά και σώματα για την ηδονή.
Αλλά την προσοχή μου τράβηξε το κορίτσι με
το σημάδι στο πρόσωπο.
Ήταν μια τεντωμένη χορδή, πλάσμα εύθραυστο,
σα να την κρατούσες γυμνή μες στο μυαλό σου.
Τα χέρια της φτερούγες πουλιών σπαθάτων,
για να σκίζουν λαβωμένες τον αέρα,
και τη στιγμή του έρωτα είχε μια φωνή
στο πρόσωπο κι αυτή σημαδεμένη.


* * *


[από την ενότητα «Η ΓΡΙΑ ΠΟΛΗ»]


ΣΑΝ ΚΑΠΟΙΕΣ ΠΡΟΤΟΜΕΣ


Δεν ξέρω πια πού θα ’πρεπε να φύγω. Η γριά πόλη
τόσο πολύ που κατοικήθηκε έγινε ακατοίκητη.
Πώς να μιλήσεις σε μια υδροκέφαλη πολιτεία;
Κι ο πεθαμένος φίλος, που ήθελε να πάει να κατοικήσει
          απάνω στη θάλασσα,
δεν ήξερε πως μια μέρα στις θάλασσες θα ψοφούν και τα
          ψάρια.

Κουράστηκες· τι να σου κάνω πια;
Έχεις δαγκώσει βαθιά το μήλο της γνώσης.
Τι να σου κάνω, κουράστηκα· δε σε υποφέρω πια.
Όλο και πιο βαθιά δαγκώνεις το μήλο της γνώσης.

Να ξαναβγαίνω δροσερός (για πόσο;)
εδώ που φλέγεται το τσιμέντο.
Τι να μιλήσεις και τι να πεις σε μια υδροκέφαλη πολι-
          τεία που παραφρόνησε;
Απορώ πώς ακόμα στέκουν στις άκρες των δρόμων
αυτά τα δυστυχισμένα δέντρα.

Δεν ξέρω πια πού θα ’πρεπε να πάω,
τώρα που αρχίσαν να στερεύουν τα δροσερά
          πηγάδια της μοναξιάς.

Γι’ αυτό και εγκαρτερώντας μένω εδώ·
σαν κάποιες προτομές, μισοκρυμμένες
στων πάρκων τις απόμερες γωνιές,
αναζητώντας τη βασίλισσα λέξη,
ώσπου να με σκεπάσει η αιθάλη.