Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

[68] Αγαθοκλής Αζέλης: Νύχτες στο θρυμματισμένο ενυδρείο (Μεταίχμιο, 2008)


SCHÄLEN


Απολεπίζονται οι λέξεις σαν το χιόνι
Και ξεπροβάλλουν από κάτω πάλι λέξεις
Φθίνει το κρεμμύδι στο ξεφλούδισμα
Όμως πυρήνας πουθενά
Μόνο σωρός τα τσόφλια ένα γύρο
Στο χέρι σπαρταράει το κενό


* * *


ΕΛΠΙΔΑ


Πολύχρωμο παραισθησιογόνο φάσμα
Διείσδυσε σε κάθε κυψελίδα του νου
Σκάβοντας καταφύγια στο έδαφος
Μετά κατηφόρισε στο πηγάδι
Γράφοντας συνθήματα στα τοιχώματα
Με χρώματα εκτυφλωτικά
Ξορκίζοντας κάθε επερχόμενη πτώση


* * *


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ ΙΙ


Κάθε λέξη
Μικραίνει το λατομείο μου
Κι ανυψώνει το δικό σου
Βάθρο


* * *


ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΙΙ


Αναγιγώσκοντας τ’ αποτυπώματα
Των βλεμμάτων σου στον άδειο χώρο
Αναδύεται μια προσωπογραφία
Από φλογερά πίξελ
Με ανδρικά χείλη προσηλωμένα
Γυναικεία μαλλιά παρηγορητικά
Παιδικά μάτια άχρονα
Όταν δεν την κοιτάζω
Βγάζω τη μυρωδιά καμένης οξιάς
Καθώς φλέγομαι, η κορνίζα


* * *


ΑΠΟΥΣΙΑ


Ντύθηκε την πιο ταπεινή πένα του
Επιθυμώντας να κραυγάσει
Φοβισμένος από την ασυμφωνία των ρολογιών
Το χρονόμετρο μετράει ανάποδα
Δεν θα προφτάσει να συλλαβίσει
Τ’ όνομά της
Μείγμα δωρικής άρνησης
Και λαϊκού επιφωνήματος
Το μελάνι στεγνώνει γρήγορα
Σαν τη σκέψη του
Που μετεωρίζεται πριν ντυθεί με λέξεις
Ένα κομπολόι από στεγνές παύσεις
Όσα ήθελε να πει
Ίσως εξισορροπούν το κενό
Που φέρνει το χρονόμετρο
Πλησιάζοντας το μηδέν
Θλίβεται στο φόβο
Του μόνου απόηχου
Της βοής της επερχόμενης απουσίας

Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

[67] Κρίστης Χριστοφόρου: Το μετά - τίποτα (Αιγαίον, 2007)


ΜΕΤΑ - ΤΙΠΟΤΑ


Όλα γράφτηκαν πια.
Κι εγώ αγορασμένο εισιτήριο διαρκείας.
Στριμωγμένος σ’ αγκυλωτές αρένες
μ’ αργυραμοιβούς και κριτές
και μυρωδάτους σημαιοστόλιστους
μιας γενιάς αιχμαλώτων.
Η όψη της σελήνης αποκρουστική απόψε.
Δακρύζουν σεντόνια.
Βγήκα απ’ το καταφύγιο.
Ο βηματισμός μου καραβίσια διαλεκτική.
Με γνωρίζει η νυχτιά, την μισώ ερωτευμένα.
Σκυθρωποί διαβαίνουν με ολόκληρες ζωές στα δισάκια τους.
Τους κοιτώ, αφουγκράζομαι το βρόγχο τους
μυρίζω τ’ αυτιά τους, αφουγκράζομαι τα γενετήσια όργανά τους,
κοντοστέκω στη θλίψη τους,
αντιγράφω τη μοναδική ασημαντότητά τους πολλαπλάσια,
κεντώ υπερβατικές λεξούλες στη θωριά τους,
μη λεκτικό το βάδισμά τους.
Τράγος αποδιοπομπαίος.
Κρίσιμο κομμάτι ματαιοδοξίας.
Η αυτογνωσία σε μακρινό μονοπάτι.
Πατάω τα βήματά μου.
Εγώ δεν είμαι ο Άμλετ,
βρίσκοντας τρόπους για να γράψεις
φτιάχνοντας συνταγές ν’ ανασάνεις.

Ξανά βρωμούσες σας κάναμε στιχάκια.
 

Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

[66] Τηλέμαχος Χυτήρης: Τόποι νέοι (Νεφέλη, 1983)


www.biblionet.gr
ΙΣΤΟΡΙΑ


Οι προβολείς
χτυπούσαν αλύπητα το ακροατήριο.
Η εποχή δεν αμφέβαλλε·
τα λόγια της έβγαιναν ψυχρά
μέσα απ’ το φανταχτερό κασκόλ
που την έπνιξε.


* * *


ΦΕΥΓΟΥΝ


Ήσυχοι στην όψη
Θεαματικοί στην όραση
Φεύγουν
Άδωρον το κενό
Αιφνιδίως όμως
Χρώματα
Χρώματα πολλά της μνήμης
Κι απόκρυφοι ιριδισμοί της μοναξιάς.


* * *


ΟΔΥΣΣΕΙΑ


Δεμένος τρυφερός αλλιώτικος
Δεμένος στο κατάρτι μου·
Τόσα νερά στο δωμάτιό μου!

Ας έρθουν οι σύντροφοι
Ας έρθουν οι σειρήνες
Ας έρθει –έστω– ένας υδραυλικός.


* * *


ΕΞΟΔΟΣ


Τα κελιά της νύχτας
κλείνουν τις φωνές
χωρίς απόκριση.
Προς το ξημέρωμα
επιχειρείται απεγνωσμένη έξοδος με
σπάνια λόγια.

Οι φρουροί
πυροβολούν στο ψαχνό
διατηρώντας την τάξη.
 

Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013

[65] Αλέξης Σταμάτης: Πυκνό τώρα (Ελληνικά Γράμματα, 1999)


www.biblionet.gr
ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΣΚΙΑΣΜΕΝΟ ΑΛΛΟΤΕ


Δεν λογίζεται αυτό σα σφάλμα
εκείνο που άλλοτε φτερουγίζει σαν γλυκιά ψευδαίσθηση
κι άλλοτε φοβισμένο αποσύρεται

Δεν λογίζεται σα σφάλμα
το μαύρο που σφραγίζει τους αρμούς σου
αυτό το μια στάλα τελειωμένο ψεύδος

Σε σένα, ξανακερδισμένο μου τώρα
δεν λογίζεται σα σφάλμα
να ταλαντεύεται εντός σου
της διπλής αλήθειας το εκκρεμές μυστικό

το μικρό σκιασμένο άλλοτε


* * *


ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ


Όλα αυτά είναι γραμμένα στην επιφάνεια
το ξέρω πως είναι εφήμερα
όπως ένα σκούρο χαρτί που το κολλάς στο τζάμι
μη μπει το φως της αυγής
και διακόψει τον ελευθερωτή ύπνο

Όπως ξέρω κι ότι ο στίχος
δεν είναι παρά μια σημαδούρα
το ποίημα ένα βαρίδι
η ουσία της ψαριάς
αθέατη πιο κάτω στο βυθό

Το δόλωμα ήταν πάντα
εκείνο που ’κανε όλη τη δουλειά
κι επιτρέπει ακόμα να κυλάει το ποτάμι
ανθρώπου θέλοντος
και Θεού επιτρέποντος

Όλα αυτά είναι γραμμένα στην επιφάνεια
δεν ξέρω τι είναι ή ποιανού είναι
μηχανικά παρασκευάζω τα αντίδοτα του παρόντος
από τις πρώτες ύλες που μου δόθηκαν

Ευτυχώς όμως ο ήλιος βγαίνει ακόμα
όπως τον έβλεπε ο Ηράκλειτος
κι όλα είναι πιθανά
ως κι η αποσιωπημένη
– ποιητική αδεία –
πυκνή απάτη του σήμερα
 

Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2013

[64] Χάρης Ψαρράς: Σπίρτα χειρός (Πλανόδιον, 2002)


www.kedros.gr
ΤΕΝΙΣ


Παλατινή μου φύση
είσαι
καρούμπαλο ραφής
μην απορείς
η δύση δεν εξευτελίζεται
παίζοντας τένις
ερωτωμένη μένεις
μα της ρακέτας
την ταχεία ανταπόκριση
ο ουρανός δεν έχει
σύστημα, βρέχει
αυτό που λέμε τούμπαλιν
είναι λυκόφως ποιητικό
ριξιά της αντισφαίρισης εκεί και ’δώ
μπούμερανγκ που ανασαίνεις
δεν παίζει όμως ο ορίζοντας τένις
κι ας είναι ο ήλιος
μπαλάκι σε εγρήγορση.


* * *


ΤΟ ΤΑΜΠΟΥΡΛΟ


Διστακτικό με τις χορδές
του λείπει κι ο αέρας
ούτε πνευστό ούτ’ έγχορδο
το ταμπούρλο μιλά με το δέρμα του.
Θέλει ξύλο και θέλει σκληρά
να του φέρονται όσοι τυμπανιστές μικροί
κοντά του μαθαίνουν το ρυθμό και το χτύπο.
Τους κατευθύνει το ταμπούρλο με τους κρότους του
τα χέρια πάνω κάτω φανερά, φερέφωνα
το άκαμπτο κρουστό τα οδηγεί.
Έτσι σκληραίνουν τα παιδιά
δρόμο το δρόμο σε παρέλαση
η πρώτη εξατμίστηκε ηλικία
κι έχει η καρδιά τους πειθαρχήσει
σαν τη μεμβράνη του ταμπούρλου
και πώς σκλήρυνε, πώς έπαυσε, πώς έχασε σιγά
τη φιλική, παλιά της αρρυθμία.
 

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

[63] Μόνα Σαββίδου Θεοδούλου: Το δέντρο στο σπίτι (Αρμίδα, 2008)


www.pen-international.org
ΑΛΩΘΗΚΑΜΕ


Ένας δούρειος ίππος
περιμένει έξω απ’ την πόρτα.
Τον γνωρίζουμε καλά
από τα αναγνώσματά μας
της επικής εποχής.
Κοιτάζουμε καιρό
απ’ την κλειδαρότρυπα
επιφυλακτικοί.
Δεν του ανοίγουμε.
Αλλά ξαφνικά
εμείς βρισκόμαστε έξω
κι αυτός μέσα,
χωρίς αίματα και φωνές.
Αλωθήκαμε
γιατί δεν είχαμε ολική θέα.
Η κλειδαρότρυπα μάς ξεγέλασε.

                                        8.4.2007


* * *


ΤΟ ΛΑΘΟΣ


Το σπίτι μας τώρα
έγινε καθρέφτης,
όχι στιλπνός και προοπτικός.
Ένας καθρέφτης
που διαστρέφει
τις γραμμές και τις μορφές.
Κατάστικτες τις καρφώνει
με μαύρα σημάδια,
ξεφτίδια σκουριάς.

Ο καθρέφτης αφηγείται το λάθος.

                                         28.4.2007


* * *


ΕΚΜΗΔΕΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΕΝΟ


Βάφω και ξαναβάφω τους τοίχους.
Δεν υπάρχει σπιθαμή
χωρίς ζωγραφιά.
Αφίσες, νωπογραφίες, φωτογραφίες
συνωστίζονται να πληρώσουν
το κενό της απόστασης.

Εισπράττω την ελευθερία του χώρου.

                                                28.4.2007

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

[62] Γιώργος Χρονάς: Τα μαύρα τακούνια (Εγνατία, 1979)


www.facebook.com
[από την ενότητα «ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΤΑΚΟΥΝΙΑ»]


Τώρα πέθανα πια. Ησυχάστε.
Το σώμα μου λιώνει πολύ πιο κάτω
από υπόγεια σινεμά και ταβέρνες.
Μόνο να, ο υπόγειος σιδηρόδρομος
      χείμαρρος
τον ύπνο μου ταράζει.


*


Κάνε γρήγορα ξένε· μην αργείς. Βιάσου
Μήτε το σώμα σου να περάσει στον καθρέφτη
Μήτε μέσα στα μάτια μου το σχήμα σου να αποτυπωθεί
Ώστε όταν θάχεις φύγει πια μακριά, κλείνοντας πίσω σου την
      πόρτα
Τίποτα και κανένας να μη με δείχνει
πως και συ πέρασες από δω κι έπειτα χάθηκες
Πέθανες.


* * *


[από την ενότητα «ΤΟ ΜΠΑΡ J.S. BACH»]


Αργά το Σάββατο παρατηρώ το θάνατο
όπως αποτυπώνεται στα παλιά πράγματα, στα ξύλινα
ταβάνια, στα πρόστυχα κρεββάτια, στα βαμμένα με κίτρινη
ώχρα ξύλινα πατώματα. Η σκιά του πόλεις στο Μεξικό, στη
Χαιρώνεια, στο Μπάγκλα Ντες· στα σοκάκια τους πουλάνε
ζεστή λάσπη και φωτογραφίες από την στέψη του αυτοκρά-
      τορα.


*


ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΨΑΡΙ


Εδώ θα μείνω, είπε το μικρό ψάρι
Με τόνα μάτι μου να χαϊδεύει τις καρίνες των πλοίων
       και τ’ άλλο να μετράει την απόσταση
Το βυθό.
Το στόμα μου θ’ ανοιγοκλείνω όπως πίσω από τις γυάλες
      τα κεντρικά ζαχαροπλαστεία
Άναρθρες κραυγές δε θα βάλω
Θα κοιμηθώ για πάντα το ρεύμα να με πάρει
για να ξυπνήσω κάποτε
Πυράγχη
σ’ ένα μαύρο στερεό υγρό κατράμι ή λάδι
Επαρχιακό λιμάνι.
Το σώμα μου μπλε ναυτικοί
Μπρούτζινοι καπετάνιοι
Μαύρα κουζίνας σκεύη θα κηδέψουν
Γκαρσόνια την ύπαρξή μου θ’ αναφέρουν
Παιδιά θα παίζουν κάτω από τραπέζια, πάνω σε επιφάνειες
      κοντραπλακέ
Ανίδεοι θα ρίχνουνε νομίσματα στα τζουκ-μποξ
      στους τηλεφωνικούς θαλάμους ώρες
Οι σύζυγοι θ’ αγαπούν τη γαλήνη
Πληρώνοντας το τοπίο με σαλάτες και τυρί
      θ’ αγαπούν τις γυναίκες

Τα τύμπανα που ταιριάζουν στην ταφή μου δε θ’ ακούσω.
 

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

[61] Δέσποινα Τομαζάνη: Εξ αιτίας του αινίγματος (Καστανιώτης, 2000)


www.biblionet.gr
                                          Του Tahar Ben Jelloun

Η συκιά με τα μεγάλα αυγουστιάτικα φύλλα
ακίνητη
μ’ ένα κλαδί της μονάχα να τρέμει.

                                                         Αθήνα 1980


* * *


Λέξεις απούσες
ποίημα ελεύθερο
αδιάβαστο αδιάβατο
από το παρόν.


* * *


Πέφτει η νύχτα
τέλειωσε ο καφές
στο φλιτζάνι

βραδιάζει με αστέρια
σύννεφα και αέρα
πάνω από τα σπίτια μας
και δεν είμαστε μέσα
ν’ ανάψομε το φως.


* * *


ΑΚΤΙΝΙΔΙΟΝ


Λευκή σκιά χαραγμένη ο άνθρωπος
στο πράσινο σύμπαν του φρούτου

ξέρουν και ζωγραφίζουν οι καρποί τον δήμιό τους
τον δήμιο
ή τον δημιουργό τους
τομές κάθετες μέσα τον φέρουν
κι όσο το μαχαίρι κόβει
τόσο η μορφή μεγαλώνει
λευκή σφραγίδα εκλεγμένου τάφου
διανθισμένη με αχτίνες χυμών ζωοφόρων
σπαρμένοι εδώ κι εκεί οι μαύροι σπόροι
κόσμημα φτιάχνουν τροπαιοφόρον
αποτύπωμα της πράξης πάνω στην αλήθεια
που το νόημα φέρει
και να ο Λόγος
ο χυμός του φρούτου ασυγκράτητος ρέει
εύγευστος εύληπτος ευώδης

σβήνει την ενοχή και την θυσία
δροσιά την νόηση υγραίνει
απόλαυση που θρέφει και λυτρώνει

η συνοχή του απείρου με κεντρώνει.
 

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

[60] Μίμης Σουλιώτης: Υγρά (Ερμής, 2000)


www.biblionet.gr
Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ


Σαν μια σκέψη στον γενικότερο χαμό της σκέψης
ή σαν ειρωνεία της μυθιστορίας,
ο ίππος τσούλησε μέσα στο άπαρτο κάστρο της Τροίας
στυφό κουκούτσι μέσα στο καΐσι,
ομίχλη σε αργό αέρα,
άλλο αντί για άλλο.
Απίστευτο να μη τους πήραν είδηση,
η κατασκευή τους δεν είταν άψογη
κι η απόκρυψη των κομμάντος όχι τέλεια —
έμπαζε από παντού
και κολλώντας το αφτί άκουγες τις πνιχτές ανάσες
και το βάρος των κορμιών στο κοίλο,
ή σύρσιμο πάνω στο ξύλο
αν και είχαν στρώσει την κοιλιά για ηχομόνωση,
χώρια ότι από τα τελειώματα έβγαινε μπόχα απλυσιάς.
Ένας Τρώας ή μια γυναίκα εκεί,
με μυαλό και όσφρηση, και με την έκτη αίσθηση της εποχής
θα το μυριζόταν ότι οι Αχαιοί είχαν κοντέψει
σ’ απόσταση αναπνοής.
Οι Τρώες, που εγώ τους έζησα στο δημοτικό
στ’ αριστερά θρανία, δεν ξεγελιούνταν.
Απλά δεν αντέχαν κι άλλη παράταση,
έπρεπε να τελειώνει αυτή η ιστορία
για να ξεκινήσει το επόμενο Έπος.


* * *


ΝΑ ΠΛΑΓΙΑΖΕΙ ΤΗ ΝΥΧΤΑ


Ο άνθρωπος πλάστηκε για να πλαγιάζει τη νύχτα
και να γλείφει τα όνειρα
ή ν’ ανοίγει το ψυγείο του και να χάσκει
κι αμέσως να το κλείνει απότομα
σαν μήνυμα αισιοδοξίας,
η ζωή είναι το αυστηρότερο πολίτευμα
με χαλαρή όμως βραδυνή ζώνη,
όταν σηκωνόμαστε ούριοι
με την ηδονούλα της άφεσης
στην ουροδόχο κύστη
που σπάει την πολιτισμική συμπίεση.
 

Τετάρτη, 4 Δεκεμβρίου 2013

[59] Μάριος Ταραμίδης: Προς τα έξω (1995)


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ


Θαύμαζα πάντα τ’ ασήμι
τριγυρίζοντας μες στα μηνίγγια
το καλομαγείρευτο,
μ’ αγάπη χωμένο στ’ ασημόχαρτο,
φαγητό της μητρότητας.
Και το σέβας στους παλιούς,
με τα λιγοστά απ’ το χρόνο τιμωρημένα
ασημιά μαλλιά.
Και το θείο, το καλοθέλητο μυστήριο
τ’ ανθρώπου,
που πίνει κάθε Κυριακή το αίμα του Θεού του.

Θείο τ’ ασήμι
η πόρνη των λευκών χρωμάτων.

Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

[58] Π. Σωτηρίου: Ωσάν ποιήματα (1989)

Π. Σωτηρίου: λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Παναγιώτη Σ. Πίστα


www.translatum.gr
ΜΟΧΙΚΑΝΟΙ


Νεαροί καλοοπλισμένοι λευκοί
κυνηγούν στην πολιτεία
τους τελευταίους ιθαγενείς

Κι αυτοί παραδίδονται αμαχητί
ή αποσύρονται στα προάστια και ιδιωτεύουν
και στο τέλος ψηφίζουν λευκό


* * *


REQUIES


Οι νεκροί ζητούν να τους ξαναγαπήσουμε
να προφέρουμε πάντοτε το όνομά τους
να μεροληπτήσουμε κάποτε γι’ αυτούς

Οι νεκροί αποζητούν την ανακωχή τουλάχιστον των
      παθών μας