Πέμπτη, 30 Ιανουαρίου 2014

[78] Νίκος Καρούζος: Αντισεισμικός τάφος (Εστία, 1984)


www.apiliotis.gr
ΥΔΡΑΥΛΙΚΑ ΕΡΕΙΠΙΑ


Την ώρα τούτη είμαι πέρα απ’ το γράψιμο. Απ’ έξω ακούω
σωρηδόν αυτοκίνητα μ’ ασταμάτητες γοερότητες του χώ-
ρου στο πέρασμά-τους ωσάν βολίδα. Πού και πού κάτι
φράσεις από δίποδα οπού ξύνουν το κλειστό-μου αιωνόβιο
παράθυρο – «...θα ’ρθει όμως η Ασπασία;...» –, κουβέντες
που συνεχίζουν άλλες κουβέντες απ’ το προηγούμενο
τετράγωνο. Τι είμαστε; Πεσμένοι στο ρέμα, εννοούμε
γέννηση και εννοούμε θάνατο. Ό,τι βλασταίνει την αλή-
θεια είναι μονάχα ο ενεστώτας· κανένας αρχαίος αόριστος
ή πεπαλαιωμένος μέλλοντας. Υπάρχουμε στο ρέμα της
αρχής και του τέλους, χωρίς να ανευρίσκεται ένοχος. Η
τεθλασμένη τζαζ. Όλη η αστυνομική δραστηριότητα οπού
ο νους αναπτύσσει: είν’ ο ίδιος ο ένοχος· κοροϊδεύει τη
φύση-του τηγανίζοντας αιτιότητα· ψάχνει για τον ένοχο,
θαυμάσιο άλλοθι.


* * *


ΕΠΙΤΥΜΒΙΟΣ ΟΙΣΤΡΟΣ


Κάθε πότε ν’ αλλάζουν άραγες οι θεοί
        μπαταρίες στο φεγγαράκι;
Δεν υπολήπτομαι καμιά ερώτηση κι όμως
ας παίζουμε γοερά τους ενδιαφερόμενους.
Οι αριθμοί δεν είναι μάρτυρες όχι!–
μάλιστα θα ’λεγα πως κρύβουν ένα φλάουτο.


* * *


ΗΧΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΥΡΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ


Κάποτε ο ήλιος θα ’χει γίνει παλιοσίδερα
       νάνος ασπρουλιάρικος.
Απ’ αυτή την άποψη θέλω να μου φορέσετε
       τα γυαλιά-μου στο φέρετρο.
 

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

[77] Νικόλαος Κάλας: Γραφή και φως (Ίκαρος, 1983)


[από την ενότητα «ΒΟΗ», από την ευρύτερη ενότητα/συλλογή «ΠΟΙΗΜΑΤΑ» (1933)]


rockgenesis.gr
ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ


Κεριά λάμπας οζράμ η νύχτα σε δρόμους υγιείς
κεριά πολλά στις εκκλησιές
πομποί ασύρματου
ίσια για το Θεό και τους λοιπούς
μα τώρα ώρα δυο μετά μεσημβρίαν
με χιλιάδων κεριών τη δύναμη
φουσκώνουν το δρόμο οι φωνές
της μάζας των διαδηλωτών
οι φλόγες έπαψαν πια να είν’ ευνουχισμένες
ευνουχούν στους ναούς και στα παλάτια
μα εδώ καιν
τις διαταγές των αυλικών
κι από τη στάχτη τους
οι ελπίδες των εργατών –
δεν πάει λοιπόν χαμένη
τόσων σχεδίων η συνουσία.

«Σαράντα αιώνες μας θωρούν»
είπε ο μέγας στρατηλάτης στο στράτευμά του
ο Βοναπάρτης
εμείς δεν ξέρουμε πόσα χρόνια μας κοιτάζουν
πώς να το ξέρουμε μια που δεν έχουμε αυτοκράτορα
κείνο που νιώθουμε
είναι
πως έχουμε δεσμά
που πρέπει να φύγουν
γιατί πονούν
γιατί σφίγγουν
όπως τα δάχτυλα
το ’να με τ’ άλλο
σε σχήμα γροθιάς
η άδεια παλάμη
τη γύμνια της πρέπει να σκεπάσει
σφίγγεται
σφίγγεται το πλήθος
όπως η γάτα
πριν πηδήξει
άμα πηδήξουμε –
ακούστε όμως τώρα
μέσα από τα κλειστά παραθύρια σας
προς τιμήν μας κλεισμένα
το ερωτικό νιαούρισμα:
ερωτευτήκαμε την εξουσία.

Οι δρόμοι στένεψαν
σαν τη χαρά μας
που πλάτυνε
αυτή με τις κραυγές της γεμίζει τον ουρανό
τον πνιγμένο από τα αεροπλάνα
εμείς τώρα τα σηκώνουμε ψηλά
με τον τεράστιο όγκο μας –
αυξάνει το πλήθος
κι η ανθρώπινη μάζα
σαν οχετός
που το νερό των άλλων φαρμακώνει
επειδή έσπασε ξεσπάει την οργή της
την οργή τη δική της
την οργή τη δική μας
κι η οργή εκείνη
ετούτη η οργή
τώρα κυλάει
κυλάει
σιγά
δυνατά
γοργά
κυλάει
και κανείς δε ρωτάει να μάθει
ως πού θα πάει.

Και πιο γλυκιά από τη σάρκα την πιο γλυκιά
είν’ η μυρουδιά των αιτημάτων
που ρίχνονται με τα συνθήματα
από το στόμα των ρητόρων
στη μάζα
την ηχώ των τη ρουφούν
τα κανόνια που κυκλώπεια μάς θωρούν
πριν πέσουνε τα βράχια.

Ξαφνικά
κανείς δεν ξέρει ακόμα το γιατί
τρέχουμε
σαν καταρράκτης ανεβαίνουμε τους δρόμους
φιλάμε το σχήμα τους
μαύρο και άσπρο
ολούθε το μαύρο και το άσπρο
και το μακρύ κορμί μας
που γλύφει τους άσπρους τοίχους –
τώρα παρά τη θέλησή μας
τα κοράκια πετούνε χαμηλά.

Μας φωνάζουν οι δρόμοι
πίνουν την αγανάκτησή μας
φωνάζουν οι μακροί δρόμοι
και το γάβγισμα αυτό
απαίσια στ’ αυτιά μας κυματίζει
βατράχια, κοράκια, σκυλιά και κλαξόν μαζί –
πώς γδέρνει τη ζωή μας
όλο το άκουσμα των φωνών
του δρόμου της φυγής
αφάνταστα φριχτές
οι φωνές που φέρνουν
άφιλα
θανατηφόρα φιλιά –
του χάρου το φάντασμα
φωτίζει φοβερά
τους άφρονους φοβητσιάρηδες
φυγάδες.

Παντού παντούθε δρόμους μονάχα βλέπουμε
μπρος και μετά
δεξιά ζερβά δρόμους
δρόμους πλατιούς, στενούς, με ράγιες
με άσφαλτο και χωρίς άσφαλτο
αδιάφορο όλα της πόλης
η σπαρακτική γκριμάτσα
το σαρκαστικό χαμόγελο
στόματος
που τώρα τη φωνή
ακούν μονάχα τα δικά μας τα αυτιά.

Άδικα γυρεύουμε να ξεφύγουμε από τη συντροφιά των σφαιρών
συμφωνία οριζοντίων γραμμών
δρόμοι μολύβι άνθρωποι
ποιος είπε πως οι παράλληλες σμίγονται στο άπειρο
εδώ ενώνονται
κι εδώ δεν είναι τ’ άπειρο
αλλά ανθρώπινα έργα
ας είναι και τόσο άσχημα μασκαρεμένα
τις προσωπίδες πια κανένας δεν τις λογαριάζει
στο χορό των τρελών καμιά φορά πέφτουν
αρκεί η μουσική
κι η ρομβία εκείνων που έχουν λεφτά
παίζει μαζί μας παιχνίδι τρελό
με τους ήχους της
πηδάμε
κορμιά φρεσκοπεσμένα
για πάντα πεσμένα.

Πού είν’ ο αστυφύλακας
για να ρυθμίσει
την κυκλοφορία του αίματος
στα πεζοδρόμια των αρτηριών;
Το αίμα
το κοκκινάδι
πόλης που κοκεταρίστηκε να μας σκοτώσει
το κοκκινάδι
το φτιασίδι
που κρύβει
δρόμους αδύναμους
μετά τη διάλυση
διαδήλωσης
δουλευτάδων.

Ύστερα από τη διάλυση
τόσων πολλών εργατών
γλυκιά που είναι η ατμόσφαιρα
σιγά σιγά ανοίγουν τα κουφώματα
τα παράθυρα
να κι η Τζουλιέτα στο μπαλκόνι
με τη μαμά της
«η τάξις απεκαταστάθη»
κι όσο για την ταραχή τη δική μας
η αφαίμαξη που έγινε
θα μας καταπραΰνει.

Θυμάμαι κείνο το κεφάλι παιδιού
το ’χαν πατήσει
μετά
πήρε πολλή θέση
το μυαλό, τα μάτια, το αίμα
περίεργο
θέλει τάχατες πολύ μεγάλη φαντασία
να καταλάβει κανείς αυτό
του νεκρού τις διαστάσεις;

Τώρα πάλι ακούγονται
οι συνηθισμένες φωνές του δρόμου
πόσο μεγάλη πρέπει να ’ναι η σιωπή
για ν’ ακούγονται πάλι όλα αυτά.

Μα την αλήθεια
εύκολα καμιά φορά διαλύονται τα πλήθη
σαν το νερό γίνεται ποτάμι
εξατμίζεται με τη βροχή
και σταγόνες σταγόνες οι μπάλες
ανοίγουν τις καρδιές
αυτό όμως δεν είν’ αδιακρισία
σε εποχή λογοκρισίας
είναι καλύτερο πιο ριζικό
για να μη γράψουν καθόλου
να χυθούν τα καλαμάρια
όσο για τους λεκέδες
τους στουπώνεις μετά
με λίγα λουλούδια στο νεκροταφείο.


* * *


[από την ενότητα/συλλογή «ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΦΩΣ» (1977-1982)]


1


Νεότερος επειδή νεωτερίζει
εκθέτει την ελευθερία στην τύχη
συνθέτει εξισώσεις μετωνυμιών κι εικόνων
καλλιεργεί την αϋπνία για ν’ αντιτάξει
μυθικό κενό στα όνειρα των μύθων.
Εμφανίζει. Αντικαθιστά τη Θεοφανία
με λογοφάνια. Τέκνον ερμαφρόδιτον
του ασώτου και της μανίας
Άναρχος! Φωτογράφει πτυχές
του σκοτεινού δώματός του.

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

[76] Τάκης Καρβέλης: Στην άβυσσο της λήθης (2002)


www.biblionet.gr
ΕΥΧΕΣ


Να καμωθώ τον άρρωστο
να κλάψω λίγο να φωνάξω
να κάμω κάποια αταξία
παιδική απ’ τις συνηθισμένες μου
και να βρεθεί μπροστά μου η μητέρα
ν’ ακούσω τη φωνή της
ή, τουλάχιστον, να δω τη σιωπηλή μορφή της
και βουβή στον πόνο της
να μου μιλάει για όσα δεν πρόλαβε
να κάμει ή να πει.


* * *


ΠΩΣ Ν’ ΑΠΟΦΥΓΕΙ ΤΟΝ ΠΝΙΓΜΟ


Πώς ν’ αποφύγει τον πνιγμό
όταν φυσάει πουνέντες δυνατός
η εγγαστρίμυθη μνήμη
μπάζει νερά από παντού
και μέσα του βουλιάζει
ο καταρράχτης χρόνος.


* * *


ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ


Μη σε παρασέρνει σε πλάγιους συνειρμούς
η ανερμήνευτη μαγεία του πράσινου
ούτε ο μαγικός καθρέφτης της θάλασσας
που ακινητεί στα έκθαμβα μάτια σου
τα πετρωμένα λόγια να φοβάσαι
τα εφηβικά χαμόγελα που δεν έσβησαν
κι ακόμα σου ζητούν δικαιοσύνη.
 

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

[75] Αχιλλέας Κ. Αιμιλιανίδης: Βιοψυχία (Αιγαίον, 1999)


www.youtube.com
ΔΙΑΘΗΚΗ


Σε μιας προεξοχής τον κολοφώνα
στους πρόποδες μιας πεδιαδαρούσης οροσειράς
θεμελιωμένη η πόλη της Περγάμου.
Δίκαια χάθηκαν οι αδείλιαστοι οπλίτες του Σωτήρος
για τέτοιο κλέος που από την πόλη εκτήθη.

Κι εγώ που δεν μπορώ να σας διαβάσω πια βιβλία
που πια δεν σε κοιτώ του ήλιου λάμψη
στη μάχη τι για σε τυφλώθηκα πατρίδα
ο βίος μου τι αξίζει συλλογιέμαι.

Στους Ρωμαίους.

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

[74] Κλείτος Κύρου: Περίοδος χάριτος (Χειρόγραφα, 1992)


www.poiein.gr
ΣΠΟΥΔΗ ΤΡΙΤΗ


Τα γεγονότα δεν έχουνε διαστάσεις την ώρα που
τελούνται τις αποχτούνε με τον χρόνο κι όλα είναι
γύρω σου σαν να μην είναι άλλωστε έτσι γράφεται κι η
Ιστορία τελικά πρέπει να μάθεις πως καμιά θυσία
δεν πάει χαμένη και τα βράδια όταν πλαγιάζεις
έμφλογος και άγρυπνος ακούγονται τριγμοί στα σα-
νίδια της οροφής καθώς περνούν τα τρένα με λυγμούς


* * *


ΣΠΟΥΔΗ ΠΕΜΠΤΗ


Ακόμη δεν ξεκίνησες και χρεώθηκες ως τον λαιμό
εγώ μόνο το ξέρω τώρα σε χτυπάει ο ήλιος δυνατά στα
μάτια στ’ αυτιά σου καταφεύγουνε κορυδαλλοί πέρα
στην ανήλια ρεματιά κρυφά τροχίζουν τα μαχαίρια
μειράκια εκτρέφονται που θα σε καταδώσουν δεν
μ’ ακούς ποτέ σου το φεγγάρι κι η αγάπη έχουν την
αθέατη πλευρά τους θα τα μάθεις όλα με την αποπλη-
ρωμή


* * *


ΣΠΟΥΔΗ ΕΝΑΤΗ


Ήσουν εξοπλισμένος με συστήματα φακών πολλα-
πλών θεάσεων κατέγραφες τον περιβάλλοντα χώρο
μέσα από επιδιωκόμενες εστιάσεις τις κατάλληλες
οπτικές γωνίες σου που τόσο κάποτε μας είχες συνη-
θίσει με τη λήξη όμως της περιόδου οι φακοί επιστρέ-
φονται και ιδού άγνωστα τώρα τοπία διαγράφονται
γύρω σου σχήματα επίπεδα ένας ουρανός βαρύς
δίχως όνειρα προαναγγέλλει τη χαμένη σου παιδικό-
τητα μαρτυρεί το αναπόφευκτο τέλος των παραισθή-
σεων
 

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

[73] Νάνος Βαλαωρίτης: Άνθη του θερμοκηπίου (Απόπειρα, 2010)


www.biblionet.gr
ΑΝΑΔΥΣΗ ΤΗΣ ΑΙΦΝΙΔΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


Εν τω καιρώ τω δέοντι θ’ αποβάλω
τις παλιές συνήθειές μου
για να μελετήσω τα νέα μοντέλα
που κοστίζουν ίσως λίγο παραπάνω

έμαθα λοιπόν να κοιτάζω πλάγια
έτσι ώστε οι σκιές να πέφτουν
μόνο από τη μια μεριά
της υποβολιμιαίας πρότασης

κανένας όμως δεν την απεγ-
κλώβισε — γιατί τη θεώρησαν
υπονομευτική — ενώ δεν ήταν παρά
μια επιτραπέζια φιλοφρόνηση

που δεν θα κατέληγε ποτέ σε ομοφωνία
άλλωστε πώς να σταματήσει
το πλιτς-πλατς της βρόχινης
κουβέντας πριν να μαζέψει

τα πιάτα και τα μαχαιρο-
πήρουνα ο σερβιτόρος που γνώριζε
θαυμάσια περί τίνος πρόκειται
η γλώσσα δεν είχε σημασία

ήταν ο τρόπος συναρπαστικός
που φόρτωνε τις πασίγνωστες λέξεις
τη μια πάνω στην άλλη
στον σκληρό εκείνο δίσκο

της ευρεσιτεχνίας του

Αθήνα, 9 Γεν.-29 Ιουλίου 2004


* * *


ΟΙ ΑΝΥΠΟΛΗΠΤΟΙ


Ο άρχοντας της ηδονής κυκλοφορεί
ανάμεσα στο πλήθος το μεση-
μεριανό χωρίς κανένας ν’ ανα-
γνωρίζει την όψη του την μπροστινή

ενώ από πίσω είναι τάχα αναγνωρίσιμος
από το κούνημα του αριστερού μηρού
όταν διέρχεται μια πύλη
γεμάτη από πολύχρωμες γιρλάνδες

και τότε γίνεται χαμός τον
καταδιώκουν διά να του αποσπάσουν
ένα βλέμμα ένα χαμόγελο μια λέξη
ένα κορδόνι του αριστερού του

παπουτσιού για ενθύμιο επειδή τους
δίνει δήθεν μια δικαίωση ότι συν
κατοικούν με αυτόν σ’ ετούτη
την πρωτεύουσα της ανυποληψίας

Αθήνα, Γεν. 2005


* * *


ΑΦΡΟΛΕΞ


Γιαλό γιαλό πηγαίναμέ
(εις τον αφρό εις τον αφρό
της θάλασσας)
κι όλο για σένά λέγαμέ

Το καταχθόνιο σχέδιο
των Αμερικανών να υψώσουν
την Ελλάδα πέντε πόντους
επάνω από την επιφάνειαν

της θαλάσσης ή της θάλασσας
έτσι ώστε να μην αγγίζει πλέον
διόλου τον φλοιόν της Γης
όμως γιατί να το επινοήσουν

αυτό το σχέδιο απλούστατα
γιατί θα τους αλάφρωνε
από το βάρος της κοινής

κληρονομιάς της αλλότροπης
κοινής γνώμης σχετικά
με κάτι βομβαρδισμούς
εν ονόματι της παλαιάς

αυτής ονομασίας ενός
πολιτεύματος που όταν
συναθροίζονται στην αγορά
αποφασίζουν για διάφορα

ανταλλακτικά που θέλουν
ν’ αγοράσουν από ξένες αγορές
φθηνότερα παρά αν τα
επρομήθευαν από τους εντόπιους

Αθήνα, 23 Γεν. 2005


* * *


ΜΕΙΝΑΜΕ ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ


Μείναμε από ηλεκτρικό
και από πόσιμο νερό
μείναμε από εφημερίδες
και από χρήσιμες πληροφορίες

μείναμε στο ξενοδοχείο
όταν όλοι είχαν φύγει
μείναμε οι δυο μας μόνοι
εσύ κι εγώ κι ένας τρίτος ακόμη

δεν ξέρω γιατί κρύβεται
μόλις γυρίζω να τον δω
το πρόσωπό του είναι
μισοκρυμμένο απ’ το φως

η όψη του μου είναι γνωστή
κάπου θα έχουμε συναντηθεί
μα δεν μπορώ να θυμηθώ
πού και πότε και γιατί

και μείναμε όλοι σ’ ένα χάνι
έξω απ’ την πόρτα της ωραίας
και κάναμε ολονυχτίς καρτέρι
πρωί απόγευμα και μεσημέρι

μήπως τυχόν κι εμφανιστεί
ξαπλωμένοι εμείς στο διάδρομο
μα άνοιξε ξαφνικά η πόρτα
και μπήκε ένας κακός αέρας

με πένθιμη μαύρη φορεσιά
μπότες και περισκελίδες με καρφιά
στο ύψος του μηρού η ουλή
μιας πληγής που ακόμα

δεν τεκμηριώθηκε από κανέναν

Αθήνα, 9 Φβρ.-26 Οκτ. 2005

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

[72] Ανδρέας Αγγελάκης: Η Οδός Θρασυβούλου (Τραμ, 1979)


www.poiein.gr
ΟΝΕΙΡΩΞΗ


Κάθε βράδυ το σπίτι γεμίζει ποντίκια
σχέδια από παλιά κασέλα πνιγμένου,
η μακαρίτισσα η γιαγιά μου πλέκει νταντέλα,
η κουνιστή πολυθρόνα απλώνει τα χέρια της,
τίποτα
η θάλασσα μπαίνει απ’ το παράθυρο ύπουλα
μπαίνει απ’ τις χαραμάδες της πόρτας
φέρνει μενταγιόν κονσερβοκούτια προφυλακτικά
φωνές γεμάτες αγωνία κλεισμένες στα μπουκάλια
πνίγει τα ποντίκια αθόρυβα
τα στραγγαλίζει
βάζει τα πράσινα μάτια τους σ’ ένα πουγγί
κάνει το σταυρό της μπροστά στα εικονίσματα
έρχεται καταπάνω μου.


* * *


ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ


Μοιάζουμε
με συμπλέγματα γερασμένων ηθοποιών
που πήραν μια μικρή σύνταξη
αποσύρθηκαν
και μένουν μια στιγμή στη ράμπα
να στοχαστούνε το χρόνο
πριν κλειδώσει ο θυρωρός το θέατρο,
ευτυχισμένοι στο μισοσκόταδο της άδειας αίθουσας
που τρίζει ωστόσο από συμπονετικά φαντάσματα
ανάβουμε κερί μήπως σκοντάψουμε σε τελάρα,
χτυπάμε το πόδι μας στο σανίδι
για να τρομάξουμε τα ποντίκια,
βήχουμε και βγάζουμε τέλος απ’ την τσέπη
τον τελευταίο μας ρόλο,
περί θανάτου και κενού, απελπισίας και τα λοιπά
και απαγγέλλουμε
πριν σβήσει το κερί που κρατάμε
κι αρχίσει ο πορτιέρης να βλαστημάει
«άντε, τελειώνετε, νυχτώσαμε».
 

Πέμπτη, 9 Ιανουαρίου 2014

[71] Θεοκλής Κουγιάλης: Εν διανοία (Αιγαίον, 2009)


Ο ΑΙΡΩΝ


Ξάπλωνε στο πέτρινό του στρώμα ανάσκελα
σε στάση εσταυρωμένου
έτοιμος ν’ αγκαλιάσει γη και ουρανό.

Κι έφερνε στο μυαλό δικά του βάσανα
αλλά και την οδύνη εκείνων
που ανοίγαν την καρδιά
να μοιραστούν τον πόνο τους
να του φορτώσουν τον σταυρό τους.

Έφερνε ακόμη την αγνωμοσύνη, την αχαριστία,
τις εσωτερικές πληγές από τους ευεργετηθέντες
και γέμιζαν με δάκρυα τα μάτια του.

Ξάπλωσε τόσες φορές ανάσκελα
σε στάση εσταυρωμένου, που τώρα
κι όταν ακόμη περπατεί κρατά αυτή τη στάση.
 

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

[70] Μίλτος Σαχτούρης: Εκτοπλάσματα (Κέδρος, 1989)


www.potheg.gr
Η ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Το καφενείο που πίνω τον καφέ μου
είναι άδειο
μόνο εγώ υπάρχω
έτσι το καφενείο είναι τελείως άδειο
γιατί ούτε εγώ υπάρχω.


* * *


Η ΑΓΙΑ


Ήταν εκείνο το φθινοπωρινό απόγεμα που
η Αγία με πήρε απ’ το χέρι και με οδήγησε
στο μικρό σκοτεινό δρόμο, που στην πραγματι-
      κότητα
δεν υπήρχε καν.
Γιατί αν υπήρχε τότε τι ήταν αυτά τα αίματα
κι οι στρατιώτες που ξεπετάχτηκαν από τους γύρω
δρόμους και με δέσανε σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι,
τέσσερις μήνες, κι όταν πια με λύσανε ήτανε
χειμώνας, έβρεχε συνέχεια κι η Αγία χάθηκε
κι ούτε που ξαναφάνηκε πια.


* * *


Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ


Και να που φάνηκε ο Ανδρέας Εμπειρίκος
στον Πόρο
τα δάχτυλά του κίτρινα καμένα απ’
                                                    τα τσιγάρα
τσιγάρα να καίνε σαν κεριά
γύρω-γύρω στα τραπέζια
τσιγάρα πάνω στις καρέκλες
τσιγάρα παντού
κι άγρια κόκκινα ποδήλατα να περπατάνε.
Ωραίος σαν αετός ο Εμπειρίκος
τα μάτια του να καίνε.
—Πώς απ’ τον Πόρο, Αντρέα;
εσύ πάντα πήγαινες στην Άνδρο.
—Κι εσύ Μίλτο, έπρεπε να ήσουνα
στην Ύδρα, γιατί στον Πόρο;
Και τότε έσκασε εκείνο το ωραίο
το φοβερό το γέλιο του·
πετάχτηκαν τρομαγμένα τα σπουργίτια
ένα σύννεφο σπουργίτια
πέρα απ’ το θάνατό του.


* * *


Η ΑΣΕΜΝΗ ΠΟΛΗ


Η βροχή μάς κάρφωσε πάνω στα τζάμια
άγρια θηριοτροφεία μπροστά μας ξεκαρδίζονται

η άσεμνη πόλη.
 

Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

[69] Ανδρέας Εμπειρίκος: Ο δρόμος (Τραμ, 1974)


el.wikipedia.org
Θαμπός ο δρόμος την αυγή,
χωρίς σκιές· λαμπρός σαν ήχος κίτρινος
πνευστών, το μεσημέρι με τον ήλιο. Tα
αντικείμενα, τα κτίσματα στιλπνά και η
πλάσις όλη με πανηγύρι μοιάζει, χα-
ρούμενη μέσα στο φως, σαν πετεινός
που σ’ έναν φράχτη αλαλάζει.

Aμέριμνος ο δρόμος εξακο-
λουθεί, σαν κάποιος που σφυρίζοντας,
(αέρας της ανοίξεως σε καλαμιές) αμέ-
ριμνος διαβαίνει, και, όσο εντείνεται
το φως, η κίνησις των διαβατών, πεζών
και εποχουμένων, στον δρόμο αυξάνει
και πληθαίνει.

Oι διαβάται αμέτρητοι. Aνά-
μεσα σε αγνώστους ποιητάς και αγίους
ανωνύμους, ανάμεσα σε φορτηγά δια-
δρομών μεγάλων, όλοι, αστοί και προ-
λετάριοι, διαβαίνουν, όλοι υπακούοντας
σε κάτι, σε κάτι συχνά πολύ καλά μα-
σκαρεμένο (τουτέστιν υπακούοντας στην
Mοίρα) άλλοι πεζοί και άλλοι μετακινού-
μενοι με τροχοφόρα, με οχήματα λογής
λογής, τροχήλατα ποικίλα, μέσ’ στη βοή
διαβαίνοντας και την αντάρα, με Σιτροέν,
με Kαντιλάκ, με Bέσπες και με κάρα.

O δρόμος, σκυρόστρωτος ή με
άσφαλτο ντυμένος, από παντού πάντα
περνά—Aθήνα, Mόσχα, Γιαροσλάβ, Λον-
δίνο και Πεκίνο, από την Σάντα Φε ντε
Mπογκοτά και την Γουαδαλαχάρα,
την Σιέρα Mάντρε Oριεντάλ και τις
κορδιλιέρες, μέσ’ από τόπους ιερούς σαν
τους Δελφούς και την Δωδώνη, μέσ’
από τόπους ένδοξους, όπως τα Σάλωνα,
όπως η γέφυρα της Aλαμάνας, καθώς
και από άλλα μέρη ξακουστά, σαν την
κοσμόπολι εκείνη, που ηδυπαθώς την
διασχίζει ο γκρίζος Σηκουάνας.

Όμως ο δρόμος, αν και από
παντού περνά, δεν είναι πάντα της αμε-
ριμνησίας ή της συνήθους συλλογής.
Kαμιά φορά φωνές ακούονται την νύκτα,
φωνές μιας γυναικός, που άνδρες πολ-
λοί σ' ένα χαντάκι την βιάζουν, ή, άλ-
λες φορές, άλλες φωνές —εκείνο το δυσ-
οίωνο παράγγελμα: «Στον τόπο!» που
μέγαν τρόμον έσπερνε μέσ’ στις ψυχές
των οδοιπόρων, όταν μαχαίρια άστρα-
φταν και καριοφίλια ή γκράδες, εμπρός
στα στήθη των ταξιδιωτών, όταν, στον
δρόμο αυτόν, μοίρα κακή τούς έρριχνε
στα χέρια των ληστανταρτών, που φου-
στανέλα λερή φορώντας, έτσι καθώς
προβάλλανε από την μπούκα μιας σπη-
λιάς, με παλληκάρια μοιάζανε του O-
δυσσέα Aνδρούτσου, σαν να ’ταν ο
τόπος το Xάνι της Γραβιάς και οι τα-
ξιδιώται τούτοι, στρατιώται του Kιοσέ
Mεχμέτ ή του Oμέρ Bρυώνη —έτσι, κα-
θώς απ’ το Πικέρμι ξεκινώντας, περ-
νώντας μέσ’ απ' την Nταού Πεντέλη,
από τον δρόμο αυτόν, προς μονοπάτια
δύσβατα τους λόρδους οδηγούσαν (ξανθά
παιδιά της Iνγκλιτέρρας που στην Eλ-
λάδα ήρθανε και αγιάσαν) με τα χαντζά-
ρια οι λησταί κεντρίζοντάς τους (ω,
Eδουάρδε Xέρμπερτ! ω, Bάινερ, ντε
Mπόυλ και Λόυντ!) ώσπου να φθάσουν
σε σίγουρα λημέρια, κοντά στη Σκάλα
του Ωρωπού, στου Δήλεσι τα μέρη,
για λύτρα βασιλικά ή για μαχαίρι (στα
Σάλωνα σφάζουν αρνιά και στο Xρυσό
κριάρια), για λύτρα βασιλικά ή για
σφαγή (για δες καιρό που διάλεξε ο χά-
ρος να με πάρη), ενώ ο χειμώνας τέ-
λειωνε και ζύγωνε η Λαμπρή, και μύ-
ριζε παντού πολύ το πεύκο, το θυμάρι,
για λύτρα βασιλικά ή για σφαγή, (ω
Aρβανιτάκη Tάκο! ω Aρβανιτάκη Xρή-
στο! ω Γερογιάννη και μαύρε εσύ Kα-
ταρραχιά!) για λύτρα βασιλικά ή για
σφαγή, κοντά στη Σκάλα του Ωρωπού,
στου Δήλεσι τα μέρη.

Kαι ο δρόμος εξακολουθεί με
ανάλογα στοιχεία και από παντού πάν-
τα περνά (Γκραν Kάνιον, Mακροτάντα-
λον, Aκροκεραύνια, Άνδεις), από τις
όχθες του Γουαδαλκιβίρ που όλη την
Kόρδοβα ποτίζει, από τις όχθες του
Aμούρ και από τις όχθες του Zαμβέζη,
ο δρόμος από παντού περνά, σκληρός,
σκληρότατος παντού, τόσο, που πάν-
τοτε αντέχει, στα βήματα όλων των πε-
ζών και στην τριβή των βαρυτέρων οχη-
μάτων, μέσα από πόλεις και χωριά,
βουνά, υψίπεδα και κάμπους, από τις
λίμνες τις Φινλανδικές, την Γη του
Πυρός και την Eστραμαδούρα, έως
που, ξάφνου, κάθε τόσο, μια πινακίς μη
ορατή παρά στους καλουμένους, πάντα
εμφανίζεται για τον καθένα, όπου και
αν βρίσκονται οι γηγενείς και οι ταξι-
διώται, μια πινακίς με γράμματα χον-
δρά και απλά που γράφει: «Tέρμα εδώ.
Eτοιμασθήτε. O ποταμός Aχέρων».

Tην ίδια στιγμή, όποια και
αν είναι η χώρα, όποιο και αν είναι το
τοπείον, γίνεται μια τελευταία Bενετιά
μ’ ένα Kανάλε Γκράντε — όραμα πάντα
θείον και των αισθήσεων χαιρετισμός
στερνός — μια τελευταία Bενετιά στις
αποβάθρες της οποίας γονδόλες μαύρες
περιμένουν (πήγα να πω σαν νεκροφό-
ρες), και ένας περάτης γονδολιέρης, ω-
χρός και κάτισχνος μα δυνατός στα
μπράτσα, τους τερματίζοντας κάθε φο-
ρά καλεί: «Περάστε, κύριοι, απ’ εδώ.
Tούτη είναι η βάρκα σας. Eμπάτε.»
Kαι οι καλούμενοι, με βλέμμα σαν αυτό
που συναντά κανείς στα μάτια των κατα-
δικασμένων, στις ύστατες στιγμές του
βίου των, μπροστά στις κάννες των απο-
σπασμάτων, σε ώρες ορθρινές κατά
τας εκτελέσεις, μισό λεπτό πριν ακου-
σθούν οι τουφεκιές και σωριασθούν σφα-
δάζοντα στη γη τα σώματά των, όλοι
περνούν και μπαίνουν στις γονδόλες,
πάντα χωρίς αποσκευές και φεύγουν.

Kαι ο δρόμος εξακολουθεί,
σκληρός, σκληρότερος παρά ποτέ, σκυ-
ρόστρωτος ή με άσφαλτο ντυμένος, και
μαλακώνει μόνο, όποια και αν είναι η
χώρα, όποιο και αν είναι το τοπείον, κάτω
από σέλας αγλαόν αθανασίας, μόνον στα
βήματα των ποιητών εκείνων, που οι
ψυχές των ένα με τα κορμιά των είναι,
των ποιητών εκείνων, των ακραιφνών
και των αχράντων, καθώς και των αδελ-
φών αυτών Aγίων Πάντων.