Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

[118] Χάρης Βλαβιανός: Μετά το τέλος της ομορφιάς (Νεφέλη, 2003)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «ΚΑΤΑΦΑΣH»]


Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΚΑΛ


                                I loved you, so I drew these tides of men into my hands
                                                      And wrote my will across the sky in stars.
                                                  T.E. LAWRENCE, Seven pillars of wisdom

I

Αργά αργά το μάτι
μαθαίνει να φωτίζει το αόρατο,
ασκείται να βλέπει τα πράγματα
τη στιγμή που το νόημά τους δραπετεύει,
τη στιγμή που, παραιτούμενα από την προσωρινή μορφή τους,
χάνουν την (ιερή) αύρα της παρουσίας.


ΙΙ

Λίγο πριν κλείσει τα μάτια
ζήτησε από την αδελφή του
να ράψει στη φόδρα του παλτού του
(χωρίς καν να το κοιτάξει)
το σημείωμα που περιείχε
την «ακλόνητη απόδειξη
                         της ύπαρξης του Θεού»,
βέβαιος πως μόλις τα ανοίξει
θ’ αντικρίσει το φιλεύσπλαχνο,
                         παντοδύναμο πρόσωπό του.


ΙΙΙ

Η παγερή μορφή του φιλοσόφου
αποτυπωμένη στο βλέμμα της αδελφής του
(μπορούμε να φανταστούμε τη σκηνή,
τον χώρο όπου αυτή εκτυλίσσεται)
και το χαμένο – οριστικά πια –
περιεχόμενο της ύστατης σκέψης του.


IV

Η νύχτα που απλώθηκε αδιάφορα
πάνω στο άψυχο σώμα
ερμήνευσε σωστά
την τελευταία του επιθυμία:
όχι ως ανάγκη
ενός εγωπαθούς πιστού
ν’ αποκρύψει την αλήθεια
που είχε λίγο πριν επινοήσει,
αλλά ως επιθυμία
να παραδώσει στους επερχόμενους
το κενό γράμμα
μιας μεγαλόπρεπης,
βαθιά ανθρώπινης χειρονομίας.


V

Η αναπόφευκτη γνώση μιας νέας πραγματικότητας.
Και ο νους που τώρα αναπαύεται
(συμφιλιωμένος με την ατέρμονη μουσική των εννοιών)
μέσα στα αέρινα δημιουργήματά του.
Η δικαίωση του στοχαστή που, μόνος,
χωρίς τις ευλογίες των πνευμάτων,
έφερε τον κόσμο στα μέτρα
του δικου του αφανισμού.


*


ΤΟ ΠΕΠΛΟ

                                    Lift not the painted veil which those who live
                                                                                             Call Life.
                                           PERCY BYSSHE SHELLEY, «Sonnet»

                                            Only let down the veil, the veil, the veil.
                                            SYLVIA PLATH, «A birthday present»

Όποιος βρίσκεται μέσα σε λαβύρινθο
         δεν αναζητά την αλήθεια·
                  αναζητά την Αριάδνη του.

Αλήθεια δεν είναι η απογύμνωση
         που καταστρέφει το μυστικό·
                  είναι η αποκάλυψη που το δικαιώνει.

Η εμπειρία μας παραμένει δέσμια μιας γνώσης
         που δεν είναι πια εμπειρία μας·
η γνώση μας ευτελίζεται από μια εμπειρία
         που δεν έχει ακόμη μετουσιωθεί σε γνώση.

Πρέπει να υφάνουμε νέα ποιητικά σχέδια
         που θα ορίζουν τους δυνητικούς τόπους μιας αλήθειας
μήτε αληθινής        μήτε ψευδούς
μιας αλήθειας που θα είναι
         αναληθοφανής
                  αδιανόητη
                           ασύλληπτη
που θα μπορεί να μετατρέπει το σφάλμα                (το πάθος)
         σε νήμα της ζωής μας.
 

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

[117] Κώστας Κρεμμύδας: Το ασανσέρ, μια ημιτελής συνουσία (Ααγής, 1993)


stigmalogou.blogspot.com
θ'
ΔΙΑΚΥΜΑΝΣΕΙΣ


Βελόνες Stanton
600 εε
θωπεύουν το δίσκο της Πασπαλά
πηδώντας
από αυλάκι σε αυλάκι αυτομάτως
Déflore-moi, déflore-moi, déflore-moi
ηχούν οι μακρόσυρτοι στίχοι μας
σε
σημειωματάριο της Olympic Airways
Αντηχήσεις
η κυρία στα κίτρινα
...οριζοντίως

Βελόνες Stanton
600 εε.


* * *


ιε'


Κάθε φορά πουπερνάω την Αχαρνών
σε βλέπω
στο απέναντι πεζοδρόμιο
να μοιράζεις χρόνια τώρα
την ίδια ανούσια προκήρυξη.

Οι περισσότεροι την τσαλακώνουν
πριν τη διαβάσουν
Οι ακτίνες λέιζερ, το break dance
η πληροφορική και οι computers
αντιμάχονται τις βάσεις
και τον ιμπεριαλισμό σου.

Το βράδυ – όπως πάντα –
οι άλλοι θα δικάσουν
μετά τις ειδήσεις των εννιά
το έγκλημα
την ίδια ώρα οι Simon and Garfunkel
θα τραγουδάνε το
Bridge over troubled water
στα γήπεδα.

Τα οδοφράγματα
ας τα ξεχάσουμε
περιττά
τα οχυρωματικά έργα
στις μέρες μας.

Πέρασαν τα χρόνια, Νικόλα,
κι ακόμα δεν την μπορέσαμε
την επανάσταση
Σκατά στα μούτρα μας λοιπόν.


* * *


κγ'


Το να μιλάς για όνειρα σε «φτασμένους»
έστω και χώρου μαρξιστικού
είναι σα να πουλάς πολύχρωμα χαϊμαλιά
σε κοινοτικές κατσίκες
ώρα δεκάτη πρωινή
Ίσως να ’χει δίκιο ο
Βαρβέρης
σαν λέει πως
ο καπνός
ο μόνος που αυτοκτονεί για έπαρση

Αλήθεια
φίλοι διανοούμενοι
έχετε τύχει σε κλούβα
της οδού Σανταρόζα
– προ της μεταστεγάσεως –
εκτίοντας ποινή ισόβια
κι ο λαχειοπώλης έξω
να σας πουλά τον πρώτο αριθμό;


* * *


μδ'


Στην άκρη του δρόμου
θα περιμένω για χρόνια
το χαμόγελό σου
όπως τότε
που ο έρωτας ήτανε και
δικός μας.
Το ξέρω πονάς μα
δυο μπουκάλια νερού
αδειανά η αγάπη,
το πορτοκαλί και πράσινο
δίπλα-δίπλα,
η αθλιότητα της νύχτας
στο παράθυρο
κι ο θάνατος
αντίσκηνο στην Ιπποκράτους.

Κάποτε που λες
πέθανα
οχτώ ή δέκα φορές
διαδοχικά
μα στη θύμησή σου
άκουσα ξανά
τη φωνή μου να τραγουδάει.

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

[116] Νίκος Δ. Κελερμένος: Λόγος εφάπτωρ (Λέβαδος, 1996)


ΙΧΝΗ

                      του Μανώλη

Γράφοντας
σε τόνο απόλυτο
με τις οικείες λέξεις,
ίχνη
παλεύουμε να αφήσουμε
εγχάρακτα
στου χρόνου τη ροή.
Ελπίδα και παρηγοριά
η έσωθεν στροφή.


* * *


 ΚΡΑΥΓΕΣ


Στου Ιππόδρομου τα διαζώματα
οι Πράσινοι και οι Βένετοι εκραυγάζαν,
έξω απ’ τα τείχη
πλήθος οι ευθύνες, οι εχθρικές ορδές,
όμως στις αρματοδρομίες εκείνοι επιμέναν,
είχανε για μοναδικό σκοπό
του βίου τους τον ευδαιμονισμό,
ούτε μία σκέψις
για τον επικείμενο χαμό.


* * *


ΑΣΜΑΤΑ ΣΥΓΧΡΟΝΑ


                            Του Γιώργου

Της εποχής
τόσοι και τόσοι στίχοι
και πόση μουσική,
αθύρματα λόγου
περίσσεια ήχου,
προκατασκευασμένοι και φθηνοί,
αίτια εύκολης συγκίνησης
και εκπεσμού
αισθήσεων ευγενών.
 

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

[115] Κώστας Βασιλείου: Pieta (1983)


Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ


Ευκολο ειναι να στοιβαζεις
Λεξεις πανω σε λεξεις
Στιχους πανω σε στιχους
Στροφες σελιδες συλλογες,
              συλλογιζοταν ο Ριμάχο
Το δυσκολο ειναι ν’ αφαιρεις
Και να κρατας μοναχα ο,τι χρειαζεται
Τιποτα περισσοτερο και τιποτα λιγοτερο
Μονο που για να το πετυχεις
Πρεπει, αλιμονο, να υποβαλλεσαι
Στην πιο σκληρη δοκιμασια
Τη δοκιμασια της φωτιας
Να καιγονται τα αχερα
Να μενει το χρυσαφι.

Κοπιασε τοτε αν σου βαστα,
              του φωναξε η Ριμαχονα
Χορευοντας χλωρη μες στη φωτια
Ολανθιστη, ολοκοκκινη, ολοδροση
Τριανταφυλλια.


* * *


[από την ενότητα «Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΡΙΜΑΚΟ»]


Η ΧΑΡΤΙΝΗ ΑΣΠΙΔΑ


Που να το φανταστουμε, που να το προβλεψουμε και που
Να βγουμε να το πουμε και να μας πιστεψουν, τωρα πια
Αντρες αρματωμενοι του πολεμου, ολο αιματα

Οτι εσυ εξακολουθεις να ’σαι οπλισμενος
με μια χαρτινη ασπιδα κι ενα ξυλινο σπαθι
Σαν τοτε, πριν τριαντα χρονια, στα μικρατα μας
Τοτε που παιζαμε τον πολεμο στ’ αλωνια

Κι οτι θα επεφτες διατρητος
Απο τα βελη μας.
 

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

[114] Ηλίας Λάγιος: Το βιβλίο της Μαριάννας (Ίκαρος, 1993)


www.biblionet.gr
[από την ενότητα «Ο ΤΟΠΟΣ»]


ΗΛΙΑΣ ΛΑΓΙΟΣ ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ


Ξυπνώ ποθώντας τον ευλογημένο στίχο,
σπάσαν τα νεύρα μου να κυνηγώ την ρίμα·
σκληρό να παίρνω σβάρνα κάθε οικείο μου μνήμα,
να κλέβω τους νεκρούς, να τους αλλάζω σ’ ήχο.

Πόσο ευσυνείδητος! Αν κι άρρωστος (και βήχω),
μετρώ λογάριθμους και τονική στο ποίημα·
ζυγίζω στο, ποτέ βραχέα, μακρά στο, κρίμα·
ανισοσυλλαβίες παλεύουν ν’ αποτύχω.

Μα θα φκιαχτή το γαμημένο το σονέττο·
κι ανταμοιβή μου η αθανασία κι ένα μπουκέττο
ευώδεις κρίνοι, από τα χέρια της Καλής μου.

Μετά, θ’ αναπαυθώ στους θείους ασφοδελώνες
μ’ όλους τους μείζονας ποιητές· κι οι Παταγόνες
θα προσκυνούν τα ελληνικά της ποιητικής μου.


* * *


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Συ, ξέρεις καλώς την μυστική ηθική
του βίου μου, ποιον κρύπτει έρωτα α-
γαθού, ποιαν έφεσι ορθού και ομορ-
φιάς. Τούτη η γνώσις θέλει είναι ο-
χυρό λιθένιο, θέλει θραυστή επ’ αυ-
τού πάσα κατάκρισις. Αναγνωρίζω
ότι ως άνθρωπος και εγώ επεζήτησα
την αυτοκριτική πρόσβασι, όμως μου
ήντουσαν αγαπημένα αδελφάκια, η
μέθη και ο ίλιγγος

ΑΛΕΞΗΣ ΦΩΚΑΣ, EPISTULAE


Μικρές σημειώσεις επί της οράσεως
α) ο αφρός σ’ ένα ποτήρι μπύρας – καθώς στεγνώνει και κιτρινίζει
στα χείλη του ποτηριού
β) η φευγαλέα μετατόπιση του καπνού του τσιγάρου με το άνοιγμα της
εξώθυρας
γ) το σκληρό πάτημα του στυλού μου· βεβιασμένη συγκομιδή της κα-
τα μόνας απολαύσεως
δ) το οχληρό κομμάτιασμα της ανθρώπινης μορφής στην γωνία του
καθρέφτη – ποιος την ανασυνθέτει;
ε) το σταμάτημα του μεσημεριού· συμβολίζεται με μια αδιάφορη ματιά
προς το παράθυρο
στ) το χέρι που επιστρέφει αποκαμωμένο· ένα τσιγάρο να τρέμει ανά-
μεσα στα δάχτυλα.
ζ) όλα, μα όλα, τα κορίτσια γύρω μου
η) μια κιτρινισμένη σελίδα χαρτιού
θ) η εκδοχή της ελεύσεως της νύχτας
ι) η νύχτα – αόμματο θηλαστικό, μουγκό σαυροειδές, λαβύρινθο κτή-
νος· που φτάνει

Άλλες σημειώσεις, με την ακοή
α) ο απαλός ήχος του χρώματος της μπύρας, καθώς στεγνώνει – και
ξηραίνει τα χείλη μου
β) η μουσική κλίμακα στα δαχτυλίδια του καπνού των τσιγάρων· ένας
δίχως βάρος φθόγγος που μετατοπίζεται
γ) ο ηχητικός συγχρωτισμός στυλού και χαρτιού – υπόκωφος, δικαία
συγκομιδή της κατά μόνας αναπαύσεως
δ) οι τριγμοί που εμπεριέχονται στην λέξη, καθρέπτης· εκεί όπου α-
νασυντίθεται η ανθρώπινη μορφή
ε) το φρενάρισμα του μεσημεριού (ακούγω από το παράθυρο τα φρένα,
στην άσφαλτο)
στ) το χέρι χτυπώντας ρυθμικά στο τραπέζι· το αμήχανο χέρι να σβή-
νη το τσιγάρο, ψιθυρίζοντας
ζ) οι πάμπλουτες φωνές των αγοριών τριγύρω μου
η) οι σελίδες ενός κιτρινισμένου τετραδίου – τις ξεφυλλίζω ήσυχα
θ) η προφητεί περί ελεύσεως της νύκτας
ι) η νύχτα θροεί – σαρκοφάγος ανθός, ανίερη βερικοκκιά, αισχρό
φοινικοειδές· είναι εδώ

Σημειώσεις για την πρώτη αφή
α) ο αφρός της μπύρας να κολλά στα δάχτυλα – ερπετός καθώς η
φευγαλέα υπόμνηση ενός σαρκικού συναισθήματος
β) οι βέρες του καπνού των τσιγάρων· εύπλαστες, χονδρουλές, μαλακές
ωσάν κουλούρες φρεσκοζυμωμένης πλαστελίνης
γ) η μυστηριώδης συνάφεια χαρτιού και στυλού – υμέναιος επαφή,
νυμφική συγκομιδή της κατά μόνας απολαύσεως
δ) η ψυχρή επιφάνεια του κατόπτρου καθώς (οριστικώς) απαρνείται
την ανθρώπινη μορφή
ε) η αναχώρηση του άπραγου μεσημεριού· φεύγει όπως σφαλίζω τα
κρύα παντζούρια του παραθύρου
στ) το χέρι σφίγγοντας ζηλότυπα τα αντικείμενα για να βεβαιωθεί· ένα
τσιγάρο που ρέει ανάμεσα στα δάχτυλα
ζ) τ’ αγόρια, τα κορίτσια, τριγύρω μου· είμαι ευτυχισμένος
η) μια κιτρινισμένη σελίδα – αφή που εκπληρώνεται
θ) το αργό, υπόκωφο σούρσιμο· η έλευση της νύχτας
ι) η νύκτα εδώ – πρόστυχο οπλιταγωγό, χαλύβδινος μαστός, ακατονό-
μαστο πέτρωμα· η νύχτα που κλαίει
 

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

[113] Γιώργος Κεντρωτής: Παρέλαση (Τυπωθήτω, 2009)


www.rizospastis.gr
[από την ενότητα «ΣΤΟ ΓΟΝΑΤΟ»]


28. ΓΑΜΠΕΣ, ΛΑΜΠΕΣ, ΓΛΟΜΠΟΙ, ΤΙΓΡΟΤΟΜΑΡΑ


Και διάφορα άλλα data που τ’ αχνοθυμάμαι:
σουτιέν, ζαρτιέρες, μια γραβάτα σιέλ με ρίγες,
Μπερλιόζ (: Harold en Italie), πεντέξη μύγες
που εσβούριζαν... και ζέστη τροπική... Κυλάμε

στου χρόνου την κατεβασιά και κουτουλάμε
με σκύθες αναισθήτους και με ατρόπους φρύγες·
η μνήμη μας φυραίνει, ενώ μας μένουν λίγες
στιγμές συγκεχυμένες ζωντανές να πάμε

πιο κάτω, ωσάν τα χοντροκούτσουρα, στο ρέμα,
με ορμή ανεξάρτητη του θυμοειδούς μας. Πόση
ακμή στις φρένες να ’χουμε να μας πιστώσει

στου μέλλοντος το συνεχές με σφρίγος και αίμα,
αλύμαντα για πάντα να ’ν’ τα περασμένα
μες στη στιγμή τους την καθάρια, που τα εγέννα;...

       ... την ποιητική να σπιρουνίσει αφέλεια! –
           Μα Μόνικα τη λέγαν τάχα (φευ) ή Κλέλια;...


* * *



[από την ενότητα «ΣΤΟΝ ΚΟΚΟΡΑ»]


32. ΜΝΗΜΗ ΑΛΙΚΗΣ


Όταν βγάλανε τον επιτάφιο
και το γλυκύτατον έαρ
σα βοριάς ελυσσομάναε
στη νεκρική σου κάσα,
έσκισες τα πορφυρά σεντόνια
που τα ’θρεψαν ιδρώτας και έρωτας,
πήρες στα χέρια σου τα σκοτεινά
την τρομερή την κάμα
και μ’ ένα ουρλιαχτό ανέγνωρο
την έμπηξες στα μάτια σου.

Τυφλή και αιμορροούσα
σε βρήκε η ανάσταση
κουκουλωμένη μ’ ένα σάβανο
κόκκινο κουρέλι.

                          Ρόδος, Μάιος του 1983
 

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

[112] Γιώργος Μιχάκης: Η άνοιξη στο πένθος (Νεφέλη, 1993)

Εκ παραδρομής, η ίδια συλλογή ξανά! (βλ. λήμμα [81]) Οι διαφορετικές επιλογές υποδεικνύουν την υποκειμενικότητα και τη «διάθεση της στιγμής» του ανθολόγου.


[από την ενότητα «ΔΙΠΛΑ ΣΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ ΤΗΝ ΚΟΨΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ»]


Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΣΤΑ ΔΥΟ


Της λόχμης άγριο θηρίο
χρόνια ολόκληρα κατασπαράζεις ποιητές

κι όσο για κείνους που δεν τόλμησαν ποτέ
στον ύπνο τους παραμονεύεις κάθε βράδυ.


* * *


[από την ενότητα «Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ»]


Ο ΦΟΒΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ


Το θείο σώμα του αγγέλου

Μικρό χαμένο ερπετό
ξυπνώντας απ’ τη νάρκη

Στους θάμνους τρομαγμένο ξαναγύρισε
στο άγριο θυμάρι

Μέλι και δρόμους μυστικούς να ξαναβρεί
το ψέμα τη λαχτάρα την αγάπη
κι απ’ την πηγή της λησμονιάς να πιει

το φόβο του Παράδεισου να ξεπεράσει.


* * *



[από την ενότητα «ΜΑ ΝΑ ΧΟΡΕΨΟΥΝ ΣΗΚΩΣΕ ΤΑ ΠΕΘΑΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ»]


ΙΙ.


Σκηνές σε παραλίες λαϊκές

Κορμιά που μυστικά χαϊδεύονται
την ώρα που ο φακός ανοιγοκλείνει

ομπρέλες θαλασσιές
ξεθωριασμένες

και τα μαλλιά λυτά να κυματίζουνε
το χρόνο να προλάβουν προσπαθώντας

Ηλεκτρισμένα κύματα τα μάτια π’ αντικρύζουν


*


ΙΙΙ.


Μια Κυριακή

Το γιορτινό τραπέζι λαμπερό
στρωμένο με τ’ αστραφτερά σερβίτσια
παππούδες και γιαγιάδες στη σειρά
οι θείοι με τα κυριακάτικα από δίπλα
και οι γυναίκες λάγνα στολισμένες

κάτι μισόλογα για τους νεκρούς

παρόντες στα βουρκόνερα της μνήμης

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2014

[111] Στέλιος Αλμύρης: Αρμενίσματα (2004)


ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΒΟΛΤΑ

                                    στον Χρίστο Τσιάμη

Κίνησε,
η βάρκα που μας πέρναγε
στην αντίπερα όχθη
– σαν εκείνους τους νεκρούς
που το ποτάμι διάβαιναν
τραβώντας για τον Άδη –

Για την περίσταση,
το σκηνικό σωστά προσαρμοσμένο
             κομμάτια ξύλα
                          σπασμένα βαρέλια
                                       μπουκάλια πλαστικά
και ψάρια πολλά, ψόφια και ακέφαλα

... κολυμπούσαμε σε κηλίδες λαδιού.

Πένθιμη χορωδία οι γλάροι
             πανηγυρίζουν την κακοτροφή
                          αποθεώνουν την αποσύνθεση

Στον αιώνα της ευκολίας
             της συνθετικής τροφής
                          της επίπλαστης ευημερίας

... φθάσαμε έτσι στο Manhattan.


                                    Staten Island, N.Y., Απρίλης 1973


* * *


ΠΟΡΕΙΑ ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ

                                    στον Γλαύκο Κουμίδη

Έτσι είναι φίλε μου.

Καθόλου μα καθόλου δεν εκπλάγηκα
στο άκουσμα της ρότας
της χειμερινής σου αποδημίας.

Δεν μπορούσε να ’τανε αλλιώς.

Οι απροσάρμοστοι της σημερινής
καταθλιπτικής ομοιομορφίας
ενάντια κάποτε θα πήγαιναν
και προς τα φυσικά φαινόμενα.

Πορεία ανάστροφη λοιπόν!
Πορεία προς το Βορρά.

Καταχείμωνα.


                                    Λευκωσία, Σεπτέμβριος 1998
 

Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

[110] Αλεξάνδρα Μπακονίκα: Το γυμνό ζευγάρι (Διαγώνιος, 1990)


pandoxeio.com
ΚΑΣΕΤΑ


«Χωρίς ανταπόκριση είμαι μία
παραζάλη,
και τραγουδάω για τους παλιούς μου έρωτες,
τραγουδάω για τους καινούργιους που δεν πρόκειται
να έρθουν»,
φώναξε σε κάποιον φίλο του απ’ το μπαλκόνι·
ύστερα μπήκε στο δωμάτιο
κι έβαλε ξανά την ίδια κασέτα,
όμως τώρα σε χαμηλότερη ένταση
και χωρίς να τραγουδάει, απορροφήθηκε,
ετοιμάστηκε για τη νυχτερινή του έξοδο,
γιατί σε λίγο θα έφταναν τα αυτοκίνητα
κι οι ζωηρές παρέες να τον πάρουν μαζί τους,

και θα μετέφεραν αλλού τις κραυγές
του πάθους,
αλλού και τα υποτιθέμενα ξενύχτια.


* * *


ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ


Αρέσεις, κι αυτό επηρεάζει
διευκολύνει αφάνταστα τις συναλλαγές σου:
καθώς κουβεντιάζατε
ο βιβλιοπώλης σε κοίταζε στα μάτια,
το βιβλίο που παρήγγειλες – μια σπάνια έκδοση –
θα σκίζονταν να σου το φέρει.

Κράτησα τον φευγαλέο, τον ανεπαίσθητο
ερωτισμό που είχε το φέρσιμο του
– κι ας μην ήταν για μένα.


* * *


Ο ΕΙΔΗΜΩΝ


Στη γκαλερί
με πήρε να μου εξηγήσει
τους πίνακες.
Τι να εξηγήσει,
– παρά την όποια ευαισθησία τους
ήταν συνηθισμένοι.
Με τη σχολαστικότητα
και τη σιγουριά του ειδήμονα
παρέταξε τις μεγαλοστομίες του
αναλύοντας πράγματα μουντά,
κομμάτια της σειράς.

Μεγαλόσχημος, θλιβερός ειδήμων.
 

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

[109] Μάρκος Μέσκος: Σχεδόν Πρωταπριλιά (2006)


www.biblionet.gr
Δεν άκουσες ποτέ σου; Πονάει χάραμα η αυγή
στα αίματα και στη σιωπή ανεβαίνοντας ανατέλλει.


* * *


Ι


Σαν τη φάλαινα που ξεβράζει το κύμα κάποια νύχτα
βαγόνι της θάλασσας μονάχο στην ακτή
κι όσα καλέσματα κατόπιν από τους ορίζοντες
άκαρποι μαγνήτες σβησμένοι παντοτινά για την όρασή της
που αρνείται να δει αρνείται να χαμογελάσει
να φύγει πάλι αρνείται.


* * *


ΤΑ ΒΟΥΝΑ


Υγρό το φως τέλη του Οκτώβρη
κουρελιασμένα σύννεφα στον ουρανό κάθετη λεύκα
στον κάμπο· φύλλα φθινοπωρινά γκρίζα και μπλε και
λίγο κόκκινο του παρελθόντος θέρους. Στο βάθος
τα βουνά των θνητών στην άκρη του Νοτιά οι κορφές
του λαμπερού Ολύμπου· τραχιές παρειές φουντώματα
αειθαλή κάπου πρώιμο χιόνι. Τα βουνά κολλητά τίποτε
δεν τα χωρίζει, κάποιο ελάχιστο πέρασμα κάποια μισο-
πεθαμένη λίμνη, χέρι χέρι χορεύουν τα βουνά. Χορεύουν;
Στη λύπησή τους και στην αρχαία μνήμη ποιοι πέρασαν
ποιοι τα διάβηκαν και ποιοι ξέμειναν σκοτωμένοι κά-
που στα βουνά – ανθοί την άνοιξη υλακές φοβερές του
χειμώνα. Κλαρί κλαρί πιασμένα τα βουνά χορεύουν· κυρίως
με τα ριζά χαμηλωμένες οι κορφές χορεύουνε στην ακί-
νητη λύπησή τους.


* * *


ΣΤΑΣΙΜΟ


Και ιδού όλα πραγματοποιημένα· ευχές
ουτοπίες επαναστάσεις νιάτα χιλιόχρονα
και αγάπη και καλοσύνη και φιλία αιώνια
το ανέφικτο εφικτό χωρίς τραύματα χωρίς
καταστροφές δίχως θανάτους.