Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

[169] Αφιέρωμα: Η «Ενδοχώρα» του Ανδρέα Εμπειρίκου (5/6)


aforesmos.blogspot.com
[από την ενότητα «ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΠΡΩΙΑΣ (1935-36)»]


ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ


Θα πούμε το τραγούδι του που ξεκινά απ’ τον ήλιο
Με την απόκρημνη λαλιά του τηλεβόα
Ολκάδος που συνήντησε τον νεαρό τιτάνα
Με ρίγανη στα χείλη του κι’ ολόκληρη την χώρα
Μέσα στο στήθος του.

Το ρήμα κρουσταλλώθηκε και φέγγει
Κι’ ακόμη τρέχουν τα κορίτσια
Μέσ’ στα πλατυά φουστάνια τους
Στις δροσερές μαρμαρυγές της άσπιλης ημέρας
Μέσα σε ρίγος που γελά καθώς ξανθή γοργόνα
Σ’ ένα καράβι ορθόπλωρο που πλέχει
Στον ουρανό της θάλασσας με τα μεγάλα μάτια.

Φωνές θερμές γλυκειές παιδίσκες των ερώτων
Πάνω στη γη κ’ επί των χόρτων ή στα φύλλα
Βιβλίου γιομάτου δέντρα πράσινα σαν παραθύρια
Που βλέπουν προς την άνοιξι
Χωρίς απροσδιόριστη φενάκη μα με πλήθος
Πολύχρωμων παλμών μεταξωτής αιώρας
Σε κάστρο δόξας μυρμηκιάς με πλούσια ζώνη
Σφιγμένη δυνατά στη μέση της ημέρας.

Πλατυά τα στέρνα μας και τα πουλιά μας τρέχουν στον αέρα.



Μελοποιημένο από τους Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα:




* * *


ΑΥΞΗΣΙ


Καμιά φορά συμβαίνει να φιλή κανείς
Το χέρι μιας πρωινής ανταύγειας
Στην σιωπή του πανοράματος
Που ακινητεί με στόμα σφραγισμένο
Πριν να ξυπνήσει η πόλις με τα χίλια συντριβάνια
Και τις αδέσμευτες λουόμενες φωνές
Που εκπέμπουν αίφνης στον αιφνίδιον ήλιο
Οι πρωινοί καθαρισταί των δρόμων.

Έτσι λοιπόν οι κόποι μας δεν πήγανε χαμένοι
Σηκώνουνε τους πέπλους των και δείχνουν
Τα δυνατά τους μπράτσα εξογκωμένα
Ν’ απλώνονται προς την καρδιά της πόλεως
Σαν μάγοι της ανατολής και να σηκώνουν
Τα δάχτυλα των κοιμισμένων ένα-ένα
Προς την γιομάτη μυρωδιές αλληλουχία
Των καϊκιών που πλέχουν μέσ’ στους δρόμους
Με θησαυρούς και τρόφιμα
Μεμακρυσμένων τόπων σαν το βλέμμα
Μιας ρεμβαζούσης γυναικός.


* * *


ΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΡΟΦΑΛΩΝ

                                         Στον Λεωνίδα Α.Εμπειρίκο

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Οι αύρες μάς εγνώρισαν και λύνουν τα μαλλιά τους
Προστρέχουν κι’ αυτές και πλαταγίζουν οι πτυχές τους
Λευκές οι μεν και πορφυρές οι δε
Πτυχές κτυποκαρδιών πτυχές χαράς
Των μελλονύμφων και των παντρεμένων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
Και πώς ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία κι ανεβαίνει
Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας
Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη
Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα
Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη
Κι’ όπως στο χέρι του η στιλπνή κι’ αλάνθαστή του σπάθα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων
Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου
Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν
Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια
Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις
Αφρό δεξιά κι’ αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Θαρρώ πως τα ταξείδια μας συμπίπτουν
Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις
Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη
Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη
Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις
Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς
Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια
Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια
Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
Οι στεριανές κοπέλλες τα μαλλιά τους.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας
Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα-πλώρα
Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών
Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια
Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω
Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη
Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια
Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.




Ο Ανδρέας Εμπειρίκος διαβάζει τις «Στροφές στροφάλων»:

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

[168] Αφιέρωμα: Η «Ενδοχώρα» του Ανδρέα Εμπειρίκου (4/6)


www.athensvoice.gr
[από την ενότητα «ΟΙ ΣΠΟΝΔΥΛΟΙ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ (1935)»]


ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ

             Στον Νικήτα Ράντο

Παρά τα κρηπιδώματα παρά τα γρανιτώδη έργα
Ο βράχος εκπέμπει την κραυγή του
Τα χειμερινά λουλούδια παύσαν ν’ αναπνέουν
Σταγόνες βελουδένιες πέφτουν μπρος στον καθρέφτη
Η σερμαγιά που μόλις έφθασε κατεποντίσθη
Στην αμμουδιά στέκει ακόμη μια γρηά και παρατηρεί τα
       γηρατειά της θάλασσας
Το πρόσωπό της το σουρώνει ο άνεμος
Και τάσπρα της μαλλιά περιτυλίγονται γύρω από τα
       ξάρτια του καραβιού
Τα κόκκαλά της γυμνώνονται από την σάρκα τους
Και η γρηά κτυπά τα δάχτυλά της
Μια ισπανίς χορεύει ένα φαντάγκο
Το φάνταγμα της Γρενάδας την μεθύσκει
Οι γρεναδιέροι την κοιτάζουν
Τα κύτταρά τους διαστέλλονται
Μια μέλισσα βγαίνει και χάνεται στον άνεμο
Ένα γαρύφαλο ανθεί στην θέσι της
Το κρόταλα της χορευτρίας τ’ αρπάζει ο άνεμος
Κι’ αρχίζει να σφυρίζη όπως σφυρίζει καμιά φορά ο κρο-
       ταλίας
Το δράμα αυτό της παραλίας δεν υφίσταται
Υφίσταται μόνον ο προϊστάμενος των γρεναδιέρων
Στέκει στην άκρη του λιμενοβραχίονος
Προσμένοντας την άφιξι της αρραβωνιαστικιάς του.


* * *


ΚΑΡΠΟΣ ΕΛΑΙΟΥ


Eπάνω από την δοσοληψία των μιασματικών υδάτων
       μιας νόσου που κατεδικάσθη οριστικώς
H άχνα της υγείας μεσουρανεί και μέλπει
H πίστις της περιπετείας δεν χαλαρώθηκε
Tα μάτια της είναι πράσινα και κατοπτρίζονται μέσ’
       στα νερά της νεότητος
Ένας νέος συναντά μια νέα και την φιλεί
Aπό τα χείλη τους αναπηδούν οι λέξεις μεθυσμένες
Όλη η ζωή τους μοιάζει με λειβάδι
Eπαύλεις εδώ κ’ εκεί κοσμούν την πρασιά του
Nεότης νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου
Tα χαϊμαλιά σου τα στολίζουν άνθη μυγδαλιάς που ανθεί
       σε χώρα πεδινή
Oι θρίαμβοι των καισάρων περνούν καμιά φορά απ’ αυτή
       τη χώρα και παρασύρουν τα νερά των κήπων
Oι γυναίκες των κηπουρών γυμνώνουν τα στήθη τους
       και τους παρακαλούν
Mια σειρά μαργαριταριών στάζει σε μια χοάνη
Kάθε μαργαριτάρι είναι μια σταγών και κάθε σταγών
       είναι ένας δράκος
Tο κάστρο του κατέρρευσε και τώρα παίζουν τα παι-
       δάκια μέσ’ στους ίσκιους
Tα θρύψαλλα του καθρέφτη της πυργοδέσποινας είναι
       κι’ αυτά πετράδια
Που ρίχνουν στον πετροπόλεμο τα παλληκάρια.

 

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

[167] Αφιέρωμα: Η «Ενδοχώρα» του Ανδρέα Εμπειρίκου (3/6)


popaganda.gr
[από την ενότητα «ΠΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΥΘΟΥ (1935)»]


4

Η λήξις είναι μια εσπέρα
Στα χόρτα της το διάστημα στενεύει.


*


10

Θα πάρω μέσ’ στα δίχτυα μου τη βάρκα
Που θα με φέρη σήμερα κοντά σου.


*


13

Υπάρχουν άνθη που μοιάζουνε με χέρια
Τα δάχτυλά τους ψαύουν κ’ ευωδιάζουν.


*

14

Η θάλασσα κρυφομιλά και πλέχει
Καμιά φορά σηκώνεται κι’ ουρλιάζει
Μα πάντοτε τα ύδατά της παραμένουν
Θάλασσα της θαλάσσης.


*

15

Οι λογισμοί της ηδονής είναι πουλιά
Που νύχτα-μέρα διασχίζουν τον αέρα.


*


16

Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες
Όταν τανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχει
Όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ.
 

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

[166] Αφιέρωμα: Η «Ενδοχώρα» του Ανδρέα Εμπειρίκου (2/6)


androspoets.homestead.com
[από την ενότητα «Η ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΣ ΤΩΝ ΜΑΣΤΩΝ (1934)]


Ο ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΠΡΕΤΟΝ


Ασύγκριτο πουλί της οικουμένης
Στέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών
       Ιμαλαΐων
Με στιλβηδόνα και με σθένος και με πάθος
Καταμεσίς στον βράχο της σποριάς σου.

Ηρωικό πουλί της οικουμένης
Που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων
Δεν ταξινόμησες ποτέ καμιά φενάκη,
Μα την φω­νή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία,

Φανατικό πουλί της οικουμένης
Γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία
Όρθιο μέσ’ στα φτερά σου ανοιγο­κλείνεις
Πάντα με βεβαιότητα το μάτι,


* * *


ΤΑ ΒΛΕΦΑΡΑ


Προστρέχουν πάντα τα νερά
Τα χρόνια πέφτουνε στους καταρράκτες
Και μια ριπή ξαφνιάζει τα πουλιά.

Όμως δεν θύμωσαν τα περιβόλια
Βόλια χαράς σφυρίζουν μέσ’ τα φύλλα
Είναι τα μήλα κόκκινα
Κ’ ένας διαβάτης κόβει μερικά.


* * *


ΘΛΑΣΙΣ




Σήμερα τήκονται τα χελιδόνια
Βάναυση λύσσα που μεθά τους οργωτάς του πόνου
Τώρα που τα παιχνίδια των αιλουροειδών
Προδίδουν την διάθεσι της ώρας.

Α τα καϋμένα χελιδόνια
Τήκονται αδίκως μέσ’ στον ήλιο
Σε μια φωτιά που ανάψανε με ρούμι
Οι τυμβωρύχοι.

Α τα καϋμένα χελιδόνια
Την μοίρα τους την είπε ψίθυρος
Τσιγγάνας με μαστούς παλλόμενους
Πριν πέσει ο ήλιος στα ξανθά πλεμάτια
Των αλιευτικών της ανοικτής θαλάσσης.


* * *


ΡΑΜΦΟΣ Ή ΝΙΚΗ ΤΟΥ ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΥ


Η πόλις εδραιώθηκε και στέκει
Μέσα στη δόξα της καθώς καθρέφτης του καιρού της
Οι μιναρέδες της λογχίζουνε και δρέπουν
Τα σύννεφα της ηδονής.

Η πόλις σκόρπισε τα δώρα της στο νάμα
Μιας εποχής που δεν μαραίνεται στον χρόνο
Μιας εποχής τρανής γαλανομάτας
Με ελιές της Καλαμάτας στα μαλλιά της.
 

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

[165] Αφιέρωμα: Η «Ενδοχώρα» του Ανδρέα Εμπειρίκου (1/6)


annagelopoulou.blogspot.com
[από την ενότητα «ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ (1934)]


ΚΡΙΟΣ


Της νηφαλίου πομπής τα περιστέρια
Χτυπούν τα ράμφη τους στα γυάλινα ανθογυάλια
Κι’ από τα βήματα των οδηγών
Ανθούν τα κόκκινα λουλούδια των ενόρκων
Για την συσπείρωσι στους θάμνους
Της δεκτικής προδιαθέσεως των κρίνων
Στα βελουδένια γάντια των ανθρακωρύχων
Όταν σκορπούν τα σκύβαλα στους κύκνους.


* * *


ΟΜΒΡΟΣ


Φλοίσβος λεπτός σαν μια κλωστή βελόνας
Φιλεί τα δάχτυλα της οπτασίας
Ενός ανδρός που κατοικεί σε κήπο
Και δρέπει τα φιλιά και τα φυστίκια
Μιας προσφοράς ασύγκριτης
Μιας προσφοράς ερωτικής
Μιας προσφοράς δυο-τρεις φοράς και πάσα μέρα
Πριν φθάσει το κομπόδεμα του χρόνου.


* * *


ΗΧΩ


Τα βήματά μας αντηχούν ακόμη
Μέσα στο δάσος με τον βόμβο των εντόμων
Και τις βαρειές σταγόνες απ’ τ’ αγιάζι
Που στάζει στα φυλλώματα των δένδρων
Κ’ ιδού που σκάζει μέσα στις σπηλιές
Η δόνησις κάθε κτυπήματος των υλοτόμων
Καθώς αραιώνουν με πελέκια τους κορμούς
Κρατώντας μέσ’ στο στόμα τους τραγούδια
Που μάθαν όταν είτανε παιδιά
Και παίζανε κρυφτούλι μέσ’ στο δάσος.


* * *


ΑΦΡΟΣ


Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικούμενης
Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων
Που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ’ επαύλεις
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους
Άλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι’ άλλες φορώντας
Φορέματα με φραμπαλάδες και μποτίνια
Που στίλβουν την ημέρα και την νύχτα
Όπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε
Μέσ’ στον αφρό της θάλασσας.


* * *


ΕΧΕΜΥΘΕΙΑ


Με την ριπή του άνεμου στα μαλλιά
Της γυναικός που στροβιλίζεται μέσ’ στο σαλόνι
Και παίρνει την ζωή όπως της έρχεται
Και με στολίδια και παιδιά
Που την λατρεύουν κι όλο λέγουν τόνομά της
Και με τους άνδρες που σηκώνουν
Όρθιο το χέρι τους στον ουρανό
Μέσ’ στην εξαίσια λειτουργία των παλμών τους
Στον στρόβιλο του βαλς που πλησιάζει
Τα στήθη τους στα στήθη της γυναίκας.



Μελοποιημένο από τους Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα εδώ.


* * *


ΔΙΚΛΕΙΣ


Όταν μονάζουμε σκεπτόμενοι μελλοντικά ταξείδια
Ένα καράβι κάποτε περνά στην κάμαρά μας
Και γέρνουμε ν’ αναπαυθούμε στο κατάστρωμα
Ως που να φθάσουν τα κλαριά των ενυπνίων
Και λυτρωθούμε από τους κόπους της ημέρας
Στην πρασιά της ανευρέσεως
Σιτοβολώνος που διαλέξανε δυο κορασίδες
Για νάρθουν να με συναντήσουν.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

[164] Ελένη Κεφάλα: Χρονορραφία (Νεφέλη, 2013)


www.st-andrews.ac.uk
[αποσπάσματα]








σ’ όσ

ους      παί     ζουν

κου

τσό     στα     κε

νά

της     ιστ     ορ

ίας


*


η σκιά


μας ακολουθεί βήμα προς
βήμα. Μας συνοδεύει στη
δουλειά, στο σουπερμάρκετ,
στο περίπτερο. Παραμονεύει
στα φανάρια μετρώντας τα χι-
λιόμετρα ένα-ένα. Τις ανάσες
μας. Τις σκέψεις μας. Καρα-
δοκεί παντού και μας προσέ-
χει, μήπως κάποιος, κάπου,
καταλάβει και μας πει


*


αδέσποτα

ΙΙΙ
φτιάχνουμε στίχους
το πέρασμα του χρόνου
ν’ απαλύνουμε


*


παιχνίδια στην άμμο


άλλες φορές πάλι κατεβαί-
ναμε στην παραλία για να
φτιάξουμε πύργους με τους
τρύπιους κουβάδες μας κι
ύστερα να δούμε πέρα στα
βαθιά τους εχθρούς να φτά-
νουν ταξιδεύοντας στο χρόνο
με τις πανοπλίες τους


*


ακροβασίες

the others that are to follow me
the ties between me and them

μαθαίνουμε για σας, σε πο-
λυτελείς εκδόσεις συναντάμε
τα κατορθώματά σας να περ-
ριφέρονται περήφανα ανάμε-
σα σε δυσχερείς χρονολογίες
και δυσκολομνημόνευτες. Δια-
βάζουμε συχνά για σας, για
το απαράμιλλο σθένος και τις
ένδοξες νίκες σας, για την πά-
ντα έγκαιρη συνάντησή σας
με την Ιστορία – μας τυχαίνει
καμιά φορά να πέσει το μάτι
μας σε κάποια πάθη και λάθη
σας που περιφέρονται αδέ-
σποτα ανάμεσα στα διάκενα
της ιστορίας και τις χρυσές
σελίδες σας


*


ερωτήσεις


τι να περιμένουμε κάθε φορά
που ανοίγουμε το γραμμα-
τοκιβώτιο με τόση ευλάβεια,
όταν διαβάζουμε τα μέιλ με
τόση προσοχή; Γιατί κοιτάμε
το κινητό μας κάθε τόσο ανα-
μένοντας την επόμενη κλήση,
το επόμενο μήνυμα; Ποιος
αγγελιαφόρος έχει ξεμείνει
τόσα χρόνια και τι άραγε να
θέλει να μας πει;
 

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

[163] Γιάννης Αγγελάκας: Από ’δω και πάνω (All Together Now, 2005) [μουσικό άλμπουμ]


www.rocking.gr
ΜΕΣΑ ΜΟΥ Ο ΑΕΡΑΣ ΠΟΥ ΦΥΣΑ


Μέσα μου ο αέρας που φυσά
Δεν λέει να ημερέψει
Μου ξεσηκώνει την καρδιά
Και μου σκορπάει τη σκέψη

Σαν σπίθα από πυρκαγιά
Στα ύψη μ’ ανεβάζει
Κι έξω απ ’του κόσμου τ’ όνειρο
Με μια σπρωξιά με βγάζει

Με στροβιλίζει σαν φτερό
Στο πουθενά σε μια άκρη
Κι ύστερα μέσ’ στα μάτια σου
Με ακουμπάει σαν δάκρυ

Με πάει ψηλά στον ουρανό
Μου λέει τώρα γκρεμίσου
Κι εγώ σαν άστρο ρίχνομαι
Κι ακούω την ευχή σου

Μέσα μου ο αέρας που φυσά
Στιγμή δεν λιγοστεύει
Μάλλον τρελά θα μ’ αγαπά
Γι’ αυτό έτσι με παιδεύει

Κι όταν του λέω πια δεν μπορώ
κόπασε να ησυχάσω
Μου λέει όσο ζεις εγώ θα ζω
Κι άντε να σε χορτάσω


* * *


ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ


Πέρα απ’ τ’ άστρα είν’ η δικιά μας γειτονιά
Κατεβήκαμε με γέλια και τα όργανα στον ώμο
Έλα κάντε μας λιγάκι συντροφιά
Κουραστήκαμε απ’ το δρόμο

Είχε κρύο από του Δία τη μεριά
Κι η σελήνη ερημιά καθόλου κόσμο
Άντε ανάψτε μας μια όμορφη φωτιά
Κουραστήκαμε απ’ το δρόμο

Τέτοια νύχτα μαγεμένη και γλυκιά
Μας θυμίζει ένα φθινόπωρο στον Κρόνο
Άντε ας παίξουμε μια τελευταία πενιά
Όπου να ’ναι ξαναβγαίνουμε στο δρόμο


* * *


ΑΙΡΕΤΙΚΟ


Δεν ξέρω αν βρίσκεται κρυμμένος
στα νύχια σου ο Θεός
μα εσύ πιο πολύ μου μοιάζεις
για λύκος νηστικός
κι όταν στα πρόβατα αγορεύεις
για του έθνους το καλό
διάολε, σε βλέπω να χορεύεις του κτήνους το χορό.

Πες μου πώς γίνεται η αγάπη
να ζει απ’ τη λέξη εχθρός
και πώς θα βρω τη σωτηρία σκυμμένος και βουβός
κι αν πάλι αυτό το τραγουδάκι σού μοιάζει αιρετικό
διάολε, φύγε από μπροστά μου, μου κρύβεις το Θεό.

Ποιος σκαλίζει το σκοτάδι στην ψυχή μου κι όταν χαίρομαι ποιος κλαίει
ποιος παλεύει να μισήσω το κορμί μου κι όταν τ’ αγαπάω ποιος φταίει
ποιος φρενάρει και ρημάζει τη ζωή μου κι όταν προχωράω ποιος κλαίει
ποιος ζητά να χαμηλώσω τη φωνή μου κι αν του τ’ αρνηθώ ποιος φταίει


* * *


Ω! ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΜΟΥ ΟΥΤΟΠΙΑ


Φαρμάκι απ’ τον ουρανό
νύχτα στην πολιτεία
μέσα σε όνειρο πικρό
ξυπνάει μια μελωδία.

Ω! δεσποινίς μου ουτοπία
δεν έχει εδώ άλλες καρδιές να κάψεις
φύγε για άλλο αστερισμό
κι αν σου βρεθεί κάτι καλό
να μας φωνάξεις.

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

[162] Μαρία Λαϊνά: Σημεία στίξεως (Στιγμή, 1991)


www.perizitito.gr
ΚΑΙ ΦΟΝΟΙ ΕΞΟΧΟΙ


Και βιασμοί και έρωτες και θάνατοι
και φόνοι έξοχοι·
λείπει απλώς το βυσσινί τοπίο
και τ’ άσπρο γέλιο μου.
Καταφεύγω λοιπόν σε μικρούς λόγους
κι ασήμαντα αποτελέσματα.
Όμως στην άκρη του γκρεμού
με τον ένα τους τοίχο ανοιχτό στο απέναντι
κοιμούνται μες στην απελπιστική κραυγή του ήλιου
τα άγρια όνειρά μου.
Καταφεύγω λοιπόν σε μικρές αισθήσεις
ωστόσο μέσα μου υπάρχουν όλα
και βιασμοί και έρωτες και θάνατοι
και φόνοι έξοχοι.
Τα βράδια ήσυχα το πρόσωπό τους ανάβει.
 

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

[161] Γιώργος Χριστοδουλίδης: Εγχειρίδιο καλλιεργητή (Γκοβόστης, 2004)


www.facebook.com
Ο ΣΥΓΓΝΩΜΩΝ


Έσπασε την πέτρα
έφτασε στο χώμα
άρχισε να σκάβει
με τα δυο του χέρια
ολημερίς έσκαβε
χτύπησε πάνω σ’ ένα σπασμένο κόκκαλο
κροτάλισε το αυτόματο
συντρίβοντας το όστρακο της λήθης
ξεθάφτηκε ο προαιώνιος πυροβολισμός
μύρισε ο τόπος μουλιασμένο μπαρούτι.
Έπιασε τότε τη σφαίρα και την χάιδεψε
την τύλιξε σ’ ένα γαρύφαλλο
και βούλωσε το στόμιο του όπλου
το χέρι του άλλου αποσύρθηκε από την σκανδάλη
έκανε άσπρο κύκλο πάνω στο μέτωπο της νύχτας.
Αποκοιμήθηκε.
Να βρουν την ησυχία τους οι επόμενοι
να πορευτούν εν ειρήνη.


* * *


Ο ΤΑΦΟΣ


Αυτός που σκότωσες
πέρασε μέσα σου
φώλιασε τρομαγμένος σαν αηδόνι
στο ταβάνι του πίσω μπαλκονιού σου
περιφραγμένη θέα επιλέγει
και δεν μιλάει.
Φοβάσαι την μετέωρή του σιωπή
το βουβό του κατηγορώ
που ως ουρλιαχτό διασκορπίστηκε στα κύτταρά σου.
Μέσα σου ζει ο σκοτωμένος
ασάλευτος σαν νεκρός
δεν σου ζητά τον λόγο
μόνο χορτάρια και βρύα σε γεμίζει
με μύρα μυρωδικά σε ραίνει
ηχούν τρισάγια στ’ αφτιά σου
γίνεσαι ο τάφος του.


* * *


ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑΣ


Και πότε θα μας πουν τι γίνεται εκεί πέρα;
Πότε θα μάθουμε τι μας περιμένει
ή καλύτερα τι μας επιφυλάσσεται
Αν μας ακούνε, ας μας σφυρίξουν μια φορά
τη σιωπή τους θα την εκλάβουμε
ως οριστική επιβεβαίωση
στην ανάγκη θα εγερθούμε από τον πένθιμό μας ύπνο
ας διαρρήξουν την πύλη των ανερμήνευτων ονείρων
που νεκροσκοπία θυμίζουν
απαιτούμε να δούμε πέραν από το σκοτάδι
αυτόπτες μάρτυρες περίπεμπτους να επιστρέφουν
για να καταθέσουν την άποψή τους για τα συνειμαρμένα
χωρίς να χρειαστεί να βάλουν το χέρι στο ευαγγέλιο
ούτως ή άλλως αυτό δεν θα είχε πια καμία σημασία.
Υποσχόμαστε να μην του καταδώσουμε
Στους ονειροκρίτες.
 

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

[160] Μιχάλης Γκανάς: Τα μικρά (Καστανιώτης, 2000)


www.trikalavoice.gr
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ


Μάνα, ας είναι
ελαφρύς ο πόνος μας
που σε σκεπάζει.


* * *


Μ’ ΑΓΑΠΑΣ ΔΕΝ Μ’ ΑΓΑΠΑΣ


Πού θες να βρω
μέσα στον κάμπο
ποια μαργαρίτα διάλεξε
για να ντυθεί το μυστικό σου.


* * *


Κι αν κουραστούν απ’ το τοπίο
κι αν κουραστούν από την κάμαρα
πώς ν’ αποδράσουν τα παράθυρα.


* * *


ΠΡΩΙΝΟ ΣΕ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΣΟΛΩΝΟΣ


Τα τασάκια
τα πιατάκια
τα φλιτζάνια
αναλήφθηκαν
τα πήρε η άχνα του καφέ.
Σωριάστηκαν με πάταγο
στον ουρανό.


* * *


Ο ΤΡΟΜΟΣ ΤΟ ΠΛΑΤΥΦΥΛΛΟ ΦΥΤΟ


Τις νύχτες φαίνονται οι πινέζες
που συγκρατούν τον μαύρο ουρανό.


* * *


Θα ’χουμε σε παλιό καθρέφτη γνωριστεί
κι έμεινε αυτό το ράγισμα στα μάτια.


* * *


Χρόνια που πέσαν πάνω μας σαν προβολείς.
Μας ντουφεκίζουν έναν έναν
σαστισμένους λαγούς.