Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

[179] Ηλίας Ν. Μέλιος: Χεράτ (Ελί-τροχος, 1998)


[από την ενότητα «ΧΕΡΑΤ»]


2.


οι μηχανές σε σκεπάζουν

κλείνω τα μάτια μου να σε ακούσω
βιομηχανική κι εσύ όπως ο ύπνος μας
όπως το πρωινό όπως τα γραφτά παραμύθια
μαγνητοφωνημένη

μαύρα τα ζεστά σου όνειρα
κρύβουν τα χείλη σου στο λευκό της μέρας
ξεχνάνε την ηλικία σου τα χρόνια που γκρεμίστηκαν
πουλήθηκαν – σημαδούρες χωρίς ήλιο

οι μηχανές δεν μιλούν


*


8.


ταξιδιώτες χάρτινοι τυχοδιώκτες
προλαβαίνουμε πριν την κόλαση
να χρωματίσουμε πεταλούδες ψεύτικες
ταιριάζουμε λάθος μηχανήματα – φυλαχτά

ημιδιάφανοι
ζούμε τη ζωή μας στα κύματα
στα πλαστικά μπουκάλια στις διαφημίσεις
ζούμε σε όνειρο
συσκευασμένοι προσεκτικά
χειρώνακτες και χειροτέχνες
μαυρισμένοι με ένα βαθύ λόγο απέριττοι

δεν βιαζόμαστε
ναρκωμένο τοπίο ο τόπος μας


* * *


[από την ενότητα «ΟΙΚΤΙΡΜΩΝ ΣΥΝΟΨΙΣ»]


ΝΩΡΙΣ


κάθε στιγμή είναι αργά


*


ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΣΦΑΓΙΑΣΘΕΝΤΟΣ
ΧΡΟΝΟΥ ΡΕΕΙ ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ ΜΑΣ


οι χτύποι του ρολογιού
σαν το σφυρί στ’ αμόνι

κι οι δείχτες του μαχαίρια

όλο το σώμα μια πληγή
και η ψυχή του χρόνου
υπηρέτρια
 

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2014

[178] Μισέλ Φάις: Το σύνορο (Ζαχαρόπουλος, 1983)


www.culturenow.gr
1


Η Μις Ελ απελπισμένη
χωρίς έστω ένα μπλουζ
μια φωτογραφία του Έντμοντ
Απόμεινε στον λόφο
με μαύρο ταγέρ κ’ άγνωστο ποτό
κάτω από τη σβηστή διαφήμιση
της MEMOIRE.


* * *


2


Τώρ αη θάλασσα γέρνει σα ναρκωμένη
μέσα στον λίγο καθρέφτη του ρημαγμένου W.C.
Πιο κει τα πεύκα ελαφρά ματωμένα
Όχι, όχι τα βέβαια σώματα των πνιγμένων
καθώς ν’ ανεβάζουν στον ήλιο
τις βαριές φουρκέτες του βυθού.


* * *


5


Επειδή από τότε
κάτι μισοκαμένα σύννεφα η μέρα
κι η λυπημένη αποστροφή της σελήνης
Επειδή από τότε
το παγωμένο τραίνο
ξαφνικά στον ύπνο με διαμελίζει


* * *


6


Τον παγοπώλη να στάζει αίμα
και την μικρή χάρτινη σημαία του έθνους
στα χέρια των παιδιών
τσακισμένη.


* * *


12


Και θ’ αποσύρομαι σχεδόν σούρουπο
στ’ αποξηραμένο ποτάμι
με νεκρούς συμμαθητές και κάργες
Στις καμένες φωτογραφίες παραλιών με γυναίκες
μόνες

Στο ξέφωτο με τις λεύκες
δεν έφτασα ποτέ πρωί.


* * *


ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

                                            στον Δημήτρη

Τελικά ένα μικρό φύλλο στα μαλλιά μας
τέλεια συγκεκριμένο, χωρίς ιστορία ή ηδονή
είναι αρκετό για να μας καταστρέψει.


* * *


Η ΝΥΧΤΑ


Έρχεται η νύχτα μέσα από διαλυμένα πρόσωπα
γυναικών
με φωτισμό κρεοπωλείου ή φαρμακείου
με έπιπλα και υφάσματα χαμένων πολιτισμών
με ομιλίες και τρόπους έκπτωτων φίλων
Έρχεται η νύχτα από σπασμένα παιδικά τοπία
με τα νερά των μύθων παγωμένα και χώματα
μαύρα
από τα γεγονότα που δεν έμαθα ποτέ.


* * *


ΘΕΩΡΗΜΑ


Καθώς οι λέξεις που με βασανίζουν
είναι λησμονημένοι άγγελοι
Πλημμύρισε εντός μου το κενό
Μόνο για μια στιγμή μοσχοβολάει το ποίημα
 

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

[177] Έκτωρ Κακναβάτος: Υψικαμινίζουσες νεοπλασίες (Άγρα, 2001)


asyntaxtostypos.wordpress.com
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στις Υψικαμινίζουσες νεοπλασίες τυ-
πώνονται με πλάγια στοιχεία οι στίχοι του Ανδρέα
Εμπειρίκου και με όρθια του Έκτορα Κακναβάτου.


* * *


ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ


Σκοπός της ζωής μας δεν είναι η χαμέρπεια.
Δεν είναι η σκαπάνη του εποχούμενου ζόφου, δεν είναι
της έπαρσης η φλεγμένουσα επιταγή. Σκοπός της
ζωής μας είναι η αχανής εμβέλεια της κάθε μας ευ-
χής. Σκοπός της ζωής μας είναι το αδιάπτωτο τετα-
μένον έμβολον της ορθίας οντότητάς μας.


* * *


ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΡΦΥΡΑΣ


Καμιά σχισμή δεν διευρύνεται χωρίς τον πόθο...
χωρίς τον πόθο της διευρύνσεως
Χωρίς την διεύρυνση της οιστρηλασίας, χωρίς την οι-
στρηλασία του κελεύσματος, μέσα στις κόρες των μα-
τιων μας. Καμιά φορά γινόμαστε τ’ αποκορύφωμα του
γάλακτος μιας και ολολύζοντες σπογγαλιείς σφαδά-
ζουνε εντός κλεψύδρας.


* * *


Ο ΠΛΟΚΑΜΟΣ ΤΗΣ ΑΛΤΑΜΙΡΑΣ – 3


Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου. Μέ-
σα της όλοι μεγαλώνουμε.
Η ποίηση είναι ανάφλεξη παφλάζουσας φορβάδος. Ε-
πάνω της όλοι επιβαίνουμε. Οι δρόμοι της είναι εσώ-
ρουχα δορκάδων. Τα άνθη συνεισφέρουν σ’ εξαπτέ-
ρυγα. Στους κάλυκές των εκκολάπτουν σπέρματα
ιμέρου.
Η κύηση αυτή δεν έχει τέλος.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

[176] Λούης Περεντός: Ονόματα της νύχτας (2012)


www.parathyro.com
Είχαμε πάντας τις πόρτες ανοιχτές.
Η υγρασία ταξίδευε το κιούλι στον ύπνο μας
περνούσαν οι ώρες με τα λευκά τους
κι έφερναν μνήμες και οράματα.

Τώρα τα βράδια είναι αλλιώτικα.
Κανείς δεν έρχεται, κανείς δεν φεύγει
οι σκέψεις μας κάνουν γύρο
κι όλο βυθίζονται στο μαύρο.

Αλλάζουμε ονόματα για να κρυφτούμε
παίζουμε ζάρια για να ξεχάσουμε
το πρωί ξυπνάμε από φόβο
μη μείνει η νύχτα στην αυλή μας.

Έτσι περνάνε τα χρόνια
κι ανοίγουν τρύπες στο ποτήρι μας
βάζουν αγκάθια τα βιβλία στην ψυχή μας
ξένες σημαίες ριζώνουν στο βουνό μας.


* * *


Το χειμώνα γερνάω διπλά.

Η μέρα πνίγεται στη νύχτα
στριφογυρίζει στο κρεβάτι
σαν αστραπή που δεν θέλει να λάμψει

οι ώρες βυθίζονται στο σκοτάδι
δαιδαλίζονται σε άχαρες σκέψεις
ανασκαλίζουν πληγές που έκλεισαν

η θάλασσα αποσύρει το σώμα της
σε κρύες σπηλιές με φουρτούνες
επιστρέφει ναυτικούς που χάθηκαν

ο θάνατος κερνάει καφέ
παίρνει τους γέρους περίπατο
στις γειτονιές του αναμενόμενου.

Το καλοκαίρι ανεβαίνω στα όνειρά μου.

Δεν έχει όρια το ταξίδι
μ’ ένα πλατύ χαμόγελο
ρουφάει τις εικόνες και τις μνήμες

έρχονται οι φίλοι χωρίς γραβάτα
θυμούνται και χαίρονται
μέσ’ στο βαθύ του χρόνου

πάνω σε κύμα λευκό
τρέχουν παιδιά με παλιά ονόματα
Λούης, Ανδρέας και Ερχόμενος

κι έτσι ξεχνιέται ο ακατονόμαστος
πάει σκυφτός στο απόμακρο
κελί της απομόνωσής του.


* * *


Αν είσαι τυχερός κι ευλογημένος
θα δεις το φως να κατεβαίνει
στις κολώνες της Antiqua Mezquita
να γίνεται φτερά των αγγέλων
και να κολλά στα φοινικόδεντρα.

Στην Γκόρντοβα γίνονται θαύματα
παρουσία Θεού και Αλλάχ
ευλογούνται γενναιόδωρα οι ψυχές των δικαίων
πυο δεν ξεχωρίζουν
σταυρούς και μισοφέγγαρα.

Λέω, αν είσαι τυχερός κι ευλογημένος
μα

πρέπει να θέλεις για να δεις
πρέπει να τρέξεις για να φτάσεις
πρέπει ν’ αφουγκραστείς για ν’ ακούσεις.

Δεν είναι αρκετό να περιμένεις
την επέλαση των αιώνων

αν γίνει κι είσαι εκεί
για να κληθείς
μάρτυρας του αθώρητου κεραυνού
της άυλης καθόδου του θείου.

Μπες κάθετα
στην επερχόμενη άνοιξη
όλων των Θεών γης και ουρανού
κι αν δεν σε πείθει αυτό το ποίημα
άνοιξε την τηλεόραση στο φουλ
για τις ειδήσεις των οκτόμισι.
 

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

[175] Αργυρώ Φραγκή: Κυκλική διαδρομή (Φαρφουλάς, 2014)


www.facebook.com
ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ


Τι διαφορά έχει
το αλήτικο χαμομήλι
η άγρια παπαρούνα
το ξερό χαμόκλαδο
όλα αυτά τα βάζα
από τα εκθέματα στα μουσεία
από τους πίνακες
με τα κυπαρίσσια
από κεριά που λιώνουν
σε μανουάλια
Αν θες πες
από άδεια μελίσσια
από άδεια θρανία στο σχόλασμα
υπονοούν το τέλος
μα εγώ ζω ακόμα
Άπειροι πρόσκαιροι θάνατοι
ξεβράστε τα νερά στις παραλίες
και τραβήξτε τα νερά
μέσα πάλι
αφήστε την άμμο
τη νεκρή πέτρα
αιώνιους μάρτυρες
Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα
κι αυτός θα ομολογήσει
πόσο όμορφοι ήταν
μέσα στα μωβ τους
Ήταν όμορφα τα σύννεφα
Αφήστε τον μόνο μάρτυρα
Δείξτε του έλεος
κι αυτός θα μαρτυρήσει
Αφήστε έναν άνθρωπο μάρτυρα


* * *


ΑΝΟΙΞΗ


Αν κοιτάξεις στην καρδιά σου
πράγμα που δεν γίνεται
θα δεις βομβαρδισμένα τοπία
είναι σαν να βλέπεις τα κοσμήματα
αρχαίων γυναικών στα εκθέματα
των μουσείων
Κι αν κάτι βλασταίνει
ανάμεσα στις πέτρες
είναι η άγνοια
είναι η απειρία
είναι η θέληση και
η αθωότητα
που ξημερώθηκε
«και καθώς έφευγαν οι μέρες
οι νύχτες απλώς χάθηκαν»
γιατί ό,τι αρχίζει
βραδιάζεται
αυτό που μένει
είναι τα κτερίσματα
στους τάφους
τα ίχνη από τα τείχη
και οι περικνημίδες
των όμορφων στρατιωτών
οι κνήμες οι κώμες
τα όμορφα σπίτια
χάθηκαν σε κάποια
αρχαία μάχη
τόσο παλιά όσο και η σημερινή
μέχρι η θηλυκού
γένους ποίηση να σφυρίξει τη λήξη
κάθε ανθρώπινης φιλοδοξίας
και τα βουνά γίνουν νταμάρια
και οι θάλασσες αποστραγιστούν
θα σας εξοντώσω


* * *


ΚΟΝΣΕΡΒΑ «Ο ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ»


Συμπύκνωση της μνήμης
σε ένα σημείο της στίξης της ζωής
Παράλογα ψάρια μέσα στη λίμνη
γελούν αρρωστημένα με το χάλι μου
Γέγυρες από το τίποτα στο κάτι
ποτάμια από τα βουνά στη θάλασσα
Παράλογοι πύργοι από τη γη στον ουρανό
Χρώματα γαλάζια και πράσινα
μιας σαρανταποδαρούσας
Συμπύκνωση της ζωής
ζωικής φυτικής σε κονσέρβα
με όλες τις γεύσεις
Ένας παράδεισος σε μια κονσέρβα
Να ταΐσω τα παράλογα ψάρια
να τροφοδοτήσω τη θλίψη μου


* * *


ΒΟΥΒΗ ΟΜΙΛΙΤΙΚΟΤΗΤΑ


Ένα σημείο με άγνωστες διαστάσεις
εμφανίζεται μαζί με
το άνοιγμα της καταπακτής του στόματος
μαζί με την αφή του βλέμματος στην οθόνη
ετοιμάζεις αποσκευές για εκτόξευση
με πυραύλους διαστημικούς σε γαλάζια πάχνη
προς οδοντικά διαλύματα και τζελ βυθών απάτητων
και μαζί με το άνοιγμα των ματιών
το ξεσκόνισμα των αυτιών
παίρνεις μία μεζούρα και μετράς
το άνοιγμα των χεριών σου
οι λέξεις σε τραβούν σαν τον Προκρούστη
και νομίζεις πως τα χέρια σου χωράν
το παρελθόν το μέλλον το παρόν
λιώνεις σαν πλαστικό τουλάχιστον
σαν τσίχλα κολλάς στα ούλα που ανοιγοκλείνουν
ενώ μόνο χωμάτινοι ήχοι φτάνουν στα αυτιά
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας νάνος
μα αυτός ο νάνος παρανόησε και παραγέρασε
και την Χιονάτη την τάιζε φρικτά μανιτάρια
μια φορά και ένα καιρό έγιναν αυτά
τότε που οι ήλιοι ήταν τρεις και τα φεγγάρια δέκα
 κι ύστερα σε κατοπινούς χρόνους ακόλουθους
από τις οθόνες έβγαιναν οδοντόπαστες
και τα μπαλκόνια έγερναν σαν θλιμμένες γέφυρες
στον ακάλυπτο χώρο της φοβισμένης μοναξιάς μας
Και το σημείο με τις άπειρες άγνωστες διαστάσεις
εξαφανιζόταν και εμφανιζόταν
με νέα εμβαδά και όγκους ξανά και ξανά
όσο ξεχνούσε ο άνθρωπος να ρίξει το κέρμα
στη σχισμή της καρτερίας της υπομονής και της
                                                        ταπεινότητας
 

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

[174] Λουκάς Θεοδωρακόπουλος: Αναδρομή (Καστανιώτης, 1978)


www.thebest.gr
ΟΙ ΘΑΜΝΟΙ


Από τα δέντρα περισσότερο
αγαπώ τους θάμνους.
Αντέχουν πιο πολύ στη δίψα
έχουνε μνήμη πιο γερή
δίνουν πιο εύκολα φιλοξενία.

Τους λείπει βέβαια το ύψος
η δίψα του ουρανού
η μεγάλη θέα.

Όμως κοντά στο χώμα
νοιάζονται πιο πολύ
ακούν πιο έντονα
το χτυποκάρδι των κυνηγημένων.


* * *


ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ


Το σώμα σου
γεμάτο παράθυρα
κι εγώ μέσα του εγκάθειρτος
μονάχα ό,τι μου δείχνει
βλέπω.


* * *


ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ


Μπορείτε να μετράτε τα χρυσοφόρα κοιτάσματα
του μόχθου μας, όσο κρατάει ακόμη το σκοτάδι
πάνω στις λόγχες του ακατάβλητου γρασιδιού.
Υπάρχει ίσως ακόμη καιρός να ετοιμάσετε τις αποσκευές σας.
Το πρωί θ’ ακουστούν οι οπλές των αλόγων
κι απ’ τ’ ανατολικά προάστια
θα ξεκινήσει ένας λαός από θωρακοφόρα μυρμήγκια
σέρνοντας πίσω του – τρόπαιο –
το σαστισμένο κουφάρι της βασίλισσας.


* * *


ΤΟ ΕΝΤΟΜΟ


Τα λογικά επιχειρήματα
οι θεμιτές προβλέψεις
ο κύκλος των «στοχαστικών προσαρμογών»
ο επιούσιος και ο αυριανός
ορυμαγδός των άστρων μέσα μου
τα επαχθή φορτία της μνήμης
η σύγχυση, η ολιγοπιστία των φίλων –
όλα μιλούν την αδήριτη γλώσσα
του τέλους.

Όλα. Και μόνο το σώμα σου
τεράστιο έντομο
επιμένει
να μου φράζει τον ήλιο.
 

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

[173] Κυριάκος Αναγιωτός: Ως άνεμος επακμάζων (2012)


www.facebook.com
[από την ενότητα «ΜΙΚΡΟΙ ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ»]


ΖΩΟΦΟΡΟΣ


Το χάραμα
ανασύρεις
το κοφτερό σου χαμόγελο
και εφορμάς
στις αρτηρίες μου.
Σε κάθε σου βήμα
ένας χειρουργός
εξαφανίζεται.


*


ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΜΙΤΟ ΤΗΣ ΑΡΙΑΔΝΗΣ


Χαμένος στους λαβυρίνθους
του απόκρυφού σου τατουάζ.
Την αυγή γκρεμίζομαι
στο κενό του ομφαλού σου.


*


ΕΑΡΙΝΗ ΣΙΕΣΤΑ


Μια ηλιαχτίδα
σε εξατμίζει.
Σε αναπνέω
μαζί με τους
λεμονανθούς.


* * *


[από την ενότητα «ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ»]


ΓΝΩΣΗ


Με μάθανε να αριθμώ
μέχρι το δέκα.
Θέλησα να προχωρήσω
πιο πέρα.
Μου κόψανε τα δάκτυλα.


*


Η ΜΗΤΡΙΚΗ ΜΟΥ ΓΛΩΣΣΑ


Άλφα.
Αμέθυστοι
που στόλισαν
την αιώρα μου
με το πρώτο μου
το κλάμα.
Ωμέγα.
Ωδή στερνή
επί εκκυκλήματος
δώρο μαλαματένιο
για τον Βαρκάρη.
Τα υπόλοιπα
είκοσι και δύο
χρυσά βελόνια,
να κεντώ
της ζωής μου
τα πανάκριβα
προικιά.


*


ΑΡΜΑΓΕΔΔΩΝ


Στο κοιμητήρι των κυπαρισσιών
φυτρώνουν θεόρατοι άνθρωποι.
Τις νύκτες τρυπάνε
τα ουράνια.
 

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

[172] Δανάη Στρατηγοπούλου: Οι λέξεις (Φύκιρης, 1992)


vlahopoulou.blogspot.com
DU JOURNALISME


Η πρώτη επαφή μου
Με το φως
Ήτανε μια ηδομική έκρηξη
Τεντώθηκα μακάρια
Μούγκρισα παράτονα
και γέλασα του ήλιου
Άλλη μια καινούργια μέρα
Κάτι θα πάρω κι απ’ αυτήν
Αιωνίως

Κι άνοιξε η πόρτα
Και μπήκε
ο ασπρόμαυρος καλικάντζαρος
Ο δήμιος της αμεριμνησίας μου
Η Εφημερίδα


* * *


ΑΝΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ


Δε θα ’ταν πια
η κοιλιά της μάνας μου
αν δίψαγα
να ξαναγεννηθώ.
Και η Αθηνά
καλύτερη τύχη δε θα ’χε
με έναν ίδιον
Δια-Κεραυνό Μάνα.
Παίρνω έβενο
και μάρμαρο,
φωτιά, νερό κι αγέρα.
Παίρνω και μιαν ανάσα
μυστική
για να σμιλέψω
την καινούργια μου αρχή.
Θα καταφέρω
τούτη τη φορά
μιαν άνοιξη
αντί χειμώνα;
Με φως αντί σύννεφα;
Μ’ ένα ρυάκι να φλοισβίζει μουσικές
στη θέση του Αλιάκμονα;
Κι εγώ να στέκω
μ’ ένα κουλούρι στο χέρι
αντί χειροβομβίδα;
 

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

[171] Αλέκος Βασιλάτος: Ή μήπως όχι; (Φαρφουλάς, 2010)


www.livanis.gr
ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΙΑΣ


Από τον Άννα στον Καϊάφα
κι από την άρνα στο σφαγμένο κριάρι

από την αμνησία ως το υδρόφιλο τέρας
ειδωλόθυτα τα έργα της νεότητας
έτσι απαιτούν η ένδεια
και ο πλούτος που με συνθέτουν

Γατιά παιδιά και άλλα
κλαυθμυρίζοντα θηλαστικά
δοξάζουν τις χρωματικές
μετωνυμίες του φωτός όμως

άβαφη στο κρεβάτι αχτένιστη
τρώγοντας πατατάκια
μπροστά στην Τι-Βι
δεν είναι πια τόσο Ωραίαη Ελένη.
 

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

[170] Αφιέρωμα: Η «Ενδοχώρα» του Ανδρέα Εμπειρίκου (6/6)


musicpicker.blogspot.com
[επιλογή από την ενότητα «Ο ΠΛΟΚΑΜΟΣ ΤΗΣ ΑΛΤΑΜΙΡΑΣ (1936-37)»]



1

Τα κούμαρα βαριά σαν βλέφαρα ηδυπαθείας, στά-
ζουν το μέλι στη σιγή. Ο γδούπος διαρκεί, και από τα
μάτια σου στο στήθος και στο στόμα μου, η έλξις
απλώνει την παλίρροια.


*




2

Λίγα κοσμήματα στη χλόη. Λίγα διαμάντια στο
σκοτάδι. Μα η πεταλούδα που νύκτωρ εγεννήθη μάς
αναγγέλλει την αυγή, σφαδάζουσα στο ράμφος της
πρωίας.


*


3

Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου.
Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. Οι δρόμοι είναι λευ-
κοί. Τ’ άνθη μιλούν. Από τα πέταλά τους αναδύον-
ται συχνά μικρούτσικες παιδίσκες. Η εκδρομή αυ-
τή δεν έχει τέλος.


*


7

Τα βήματά μου αντηχούν στη βελουδένια στρώσι
της σκιάς μου.


*


12

Ακόμη λίγη θάλασσα, ακόμη λίγο αλάτι. Έπει-
τα θάθελα να κυλισθώ στην αμμουδιά μαζί σου.


*


15

Ένα κουμπί στο φως, μιά ταραντούλα στο σκο-
τάδι, κι’ ανάμεσα, μια γοερή κραυγή την ώρα που βρα-
δυάζει.


*


18

Πάρε την λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου.




*



21

Η δριμύτης της ανοίξεως είναι φιλί πούχω στο
στόμα.


*


23

Πράξεις των ελεφάντων. Πολύτιμα περίστροφα εξ
ελεφαντοστού. Μία γυναίκα ανάμεσα σε δύο θυμω-
νιές μαζεύει παπαρούνες. Τέλος κάποιος τραβά μια
πιστολιά και τρέπονται εις φυγήν τα ζώα. Το ποδο-
βολητό τους προχωρεί σαν κύμα που περνά επάνω
απ’ όλα.


*


25

Η παρόρμησις είναι μιά συνοχή εαρινών βλυσμά-
των. Μακάριοι αυτοί που πίπτουν στα νερά της. Τα
στήθη της είναι τόσο ωραία που υπερνικούνε όλα τα
υφάσματα. Αν η παρόρμησις υπάρχει, τίποτε δεν μπο-
ρεί να την αναχαιτίση. Η χαίτη της όταν εφορμά
είναι δάσος φλεγόμενον με μύρα.


*


27

Το αγρόκτημα το σκέπασε η λήθη. Μέσα στις
άδειες κάμαρες στάζουν οι σταλακτίται, και, στην σιγή,
μετρούν τις ώρες και τα χρόνια της ανεξήγητης εγκα-
ταλείψεως. Μπροστά στην πόρτα ένας ληστής κλαίει
πικρότατα. Μέσα στα φύλλα μιάς συκιάς αλλάζει
χρώμα ο χαμαιλέων.


*


28

Τώρα που η πόλις μετανάστεψε, καθίζει η μνήμη
της πομπής και αναστενάζει εμπρός εις τους κενούς
και ηλιοκαείς τροχιοδρόμους.


*


30


Εαρινοί καταυλισμοί ονείρων εν εγρηγόρσει –
των κατευθύνσεων οι ώρες σαν σαύρες της αυγής.


*


32

Κατάρτια μπηγμένα σε γηλόφους άμμου, χαρές
παιδιών, χαρές ανδρών και γυναικών ενώ πλησιάζει
το βαπόρι, νέφη λευκά κι ανάλαφρα στον ουρανό, χί-
λια αντικείμενα στιλπνά και πολυφίλητα σαν χείλη
αιμάσσοντα ή δροσερά, ή σαν μαστοί εν εγρηγόρσει,
κ’ αίφνης εσύ, ζεστή και δροσερή συνάμα, και ουδέ-
ποτε, μα ουδέποτε μικρόνους, παρ’ όλον ότι έχεις πό-
δια μικρά και μικρά χέρια. Ίσως γι’ αυτό σε αγαπώ
τόσο πολύ. Ίσως γι’ αυτό σε κράζω και στον ύπνο.


*


34

Στην βουνοκορφή δεσπόζουν τροχαλίαι. Στην πε-
διάδα περιστρέφονται ελαιοτριβεία και η διαρκής πα-
ραγωγή των λατομείων, συγκρίνεται μ’ εκβραχισμούς
των σχιστολίθων. Μεσ’ στο λιοπύρι περιίπτανται κο-
ρυδαλλοί και όσοι κοιτούν το χάλυβα να λυώνη, μοι-
άζουν με ιππείς που ξαφνικά πεζεύουν μπρος σε βρύση.


*


35

Μέσα στα τζένερα εμφωλεύει η σπίθα. Κρωγμοί
αντηχούν κάτω απ’ τα φύλλα, και σχίζουν τον άσπι-
λο χασέ της νύχτας. Μα πριν ακόμη ξημερώσει, με-
σουρανούν οι θρύλοι κ’ η σπίθα αποκαλύπτεται και
λάμπει. Έπειτα σβήνει μονομιάς – μα ξαφνικά στην
θέσι της αλέκτωρ αλαλάζει.